Κάτω από την ερπύστρια

121

Δριμείας, δριμύτατης κριτικής έτυχε η χθεσινή μου ανάρτηση, επειδή έκανα εκεί αναφορά σε τεθωρακισμένο, που παραμένει, όπως έγραψα, από την 21η Απριλίου του 1967 καβαλημένο στο πεζοδρόμιο της πλατείας, κάτω από το παράθυρο της κουζίνας μου. Η κριτική που δέχθηκα συμπυκνώνεται, νομίζω επαρκώς, στην φράση «ε, όχι και τεθωρακισμένο!». Μια όμως και επιμένω σε αυτήν μου τη διατύπωση, μάλλον προκύπτει το προφανές, ότι δηλαδή δεν το βλέπουμε τελικά όλοι αυτό το άρμα στην πλατεία.

Δεν είναι ώρα για μια φιλοσοφική συζήτηση σχετικά με την φύση των λέξεων και την εξελικτική διαδικασία που τις συνδέει με τις έννοιες, αν και πολύ θα την γουστάριζα. Για να μην αρχίσουμε, λοιπόν, τα «τι σημαίνει και τι δεν σημαίνει τεθωρακισμένο» και τα σούπα-μούπες, και μολονότι σιχαίνομαι την θλιβερή απαξία και αμάθεια που περικλείει εντός της η έκφραση «άσε τις φιλοσοφίες», θα προσχωρήσω και εγώ τώρα για λίγο στην κοινή αντίληψη των πραγμάτων, εκείνην που επιπολαίως λέγεται πρακτική: εκείνην που επιδεικτικά εμφανίζεται να αποστρέφεται τα περιττά λόγια και την πολλή θεωρία, εκείνην που εμπιστεύεται τυφλά τις αισθήσεις (αν και όταν κάνει λόγο για όραση, τις περισσότερες φορές εννοεί την αφή), εκείνην που καταφεύγει σε οδοντοστοιχία και κάτω γνάθο για να εξακριβώσει αν είναι ένα νόμισμα γνήσιο ή κάλπικο· εκείνην που, ωστόσο, επιδίδεται με περισσή αναίδεια σε λεκτικούς ελιγμούς, υπερβολές, κάνοντας άγρια κατάχρηση των εννοιών, και αναφέρεται, πλην με απόλυτη φυσικότητα, στην «πικρή γεύση» των γεγονότων, στην «εκκωφαντική αυτοκυριαρχία» της «υπεύθυνης διακυβέρνησης», στην «καυτή συγκυρία» που τους «έλαχε και αδίκησε» έτσι τις πολιτικές προσωπικότητες, που «σώζουν» τώρα εξαιτίας αυτής την Ελλάδα κ.τ.τ. Εκείνην την αντίληψη που, ως φαίνεται, ανέχεται εμάς τους υπόλοιπους και τον τρόπο που εκφραζόμαστε, αρκεί να ορίζει η ίδια τα όριά μας.

Και διερωτώμαι: Οι πρέσβεις αυτής της αντίληψης δεν έχουν δει τον φράκτη που φράσσει τον δρόμο προς την Βουλή στα συλλαλητήρια; Δεν έχουν δει την εξάρτυση των Μ.Α.Τ.; Δεν έχουν δει το υδροφόρο όχημα της αστυνομίας που εκτοξεύει με πίεση νερό, για να διαλύσει τους διαδηλωτές; Είναι τόσο ακριβολόγοι που αισθάνονται υποχρεωμένοι να επισημάνουν την διάκριση ανάμεσα στο «σιδηρόφρακτο» και το «τεθωρακισμένο»; Έστω. Ούτε τις τεθωρακισμένες λιμουζίνες έχουν δει; Τα θωρακισμένα τζάμια; Τις θωρακισμένες πόρτες;

Ασφαλώς τα έχουν δει. Αλλά είναι δεσμώτες των τυποποιημένων εικόνων τους. Ανελεύθεροι, θύματα του στερεότυπου, ειδωλολάτρες. Φαντάζομαι ότι το ατσάλι το αποδέχονται ως θωράκιση της Δημοκρατίας. Τεθωρακισμένη Δημοκρατία, λοιπόν; Και κατά τούτο, τεθωρακισμένη μεν, Δημοκρατία δε; Τόσο δύσκολο τους είναι να αντιληφθούν ότι δεν νοιάζομαι για το πεζοδρομίο που καβάλησε το τεθωρακισμένο, αλλά για το χαρτί που καβαλώντας τσαλαπάτησε;

Το χαρτί που τσαλαπατήθηκε ήταν το Σύνταγμα. Ούτε αυτό βλέπουν τώρα κουρελιασμένο; Μα, τι βλέπουν τέλος πάντων;;;

Ας είναι… Ας μην βλέπουν τίποτα. Ας γνωρίζουν όμως τουλάχιστον ετούτο: Μια Δημοκρατία που φοβάται, που τρέμει τους πολίτες της, μια Δημοκρατία που βλέπει εχθρούς παντού, μέσα κι έξω, μια Δημοκρατία που κρίνει ότι πρέπει να θωρακισθεί όπως η δική μας, για να προστατευθεί από όποιους και αν θεωρεί ότι απειλείται, ε, αυτή η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από κανέναν άλλον, παρά μόνον από τον ίδιο της τον εαυτό. Γι αυτό και μες την παραζάλη της συνθλίβει ωσάν κάτω από ερπύστρια τους πολίτες της, δυνάμει και ελέω των οποίων υπάρχει· αποκλειστικά.

Και κάτι τελευταίο, τούτο όμως απευθυνόμενος αυτή τη φορά προς τους άλλους, τους φυσιολογικούς, εσάς που βλέπετε το τεθωρακισμένο: Επειδή, όση ώρα εσείς το βλέπετε, συμβαίνει εγώ να το ακούω να μαρσάρει, αισθάνομαι ως καθήκον μου το να σας ειδοποιήσω ότι μου προαναγγέλει έτσι με τον τρόπο του αυτό το τεθωρακισμένο νέα μέτρα.

Νέα μέτρα· θαρρείς για να τα νιώσουν επιτέλους όλοι, ανάμεσά τους κι εκείνοι που, αν και δεν βλέπουν το τεθωρακισμένο (μάλλον διότι έχουν καβαλήσει πάνω του), εξαπολύουν πάντως τους φραστικούς μύδρους τους από το μυδραλιοβόλο του, έχοντας χάσει οι ίδιοι προ καιρού και τα μέτρα και τα σταθμά. Συντόμως και τ’ αυγά και τα πασχάλια. Για φέτος λίγο μετά από τις 21 Απριλίου.