Αυτοί σατανική συμφωνία, κι εμείς το βιολί μας…

Γκουέρνικα

Κάθε, μα κάθε φορά που η κυβέρνηση δείχνει πιο τρωτή κι ευάλωτη, κάθε φορά που η αποτυχία της οικονομικής της πολιτικής πέφτει ακόμα πιο βαρειά και ασήκωτη στους ώμους του χειμαζόμενου Ελληνικού λαού προκαλώντας επικίνδυνα τα αντανακλαστικά των κοινωνικών στρωμάτων, παρατηρώ ότι με μαθηματική συνέπεια πυκνώνουν τα κείμενα που αποδύονται σε μιαν ολόθυμη προσπάθεια να αναδείξουν πάσης φύσεως αδυναμίες του Σύριζα.

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο στοχευμένα και συνειδητά γράφονται και δημοσιεύονται τέτοιοι μικροφιλιππικοί, αλλά δεν μπορώ να προσπεράσω και εντελώς ανυποψίαστα το γεγονός ότι εμφιλοχωρούν συστηματικά σε ιστολόγια, τα οποία στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα των κάπως χαμηλότερων πολιτικών τόνων προβάλλουν αθώα ένα άλλο πρόσωπο (ή μήπως προσωπείο;). Πλειοδοτούν, δηλαδή, σε αλύτρωτη αγανάκτηση που αξιώνει μιαν «αντίδραση επιτέλους», και φυσικά επιτυγχάνουν έτσι μιαν αναμενόμενη συνάφεια προς τον αναγνώστη. Η δε λύτρωση που επιζητούν κατά τις πιο ήπιες εκείνες και ακίνδυνες ώρες εκφράζεται μέσα από ένα λόγο που πάντως δεν διστάζει να επενδύσει, είτε ρητά είτε υπόρρητα, ελπίδες στον ίδιο αυτόν τον αργότερα επιτιμούμενο Σύριζα, ενώ πολλές φορές μάλιστα επικρίνει σκληρά τους… χλιαρούς του τόνους. Και, καθώς αναπόφευκτα αναγνωρίζει την ισχυρότατη θέση του σε μια συγκριτική ανάγνωση του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων, αξιώνει, επιτακτικά μάλιστα, μια μαχητικότερη στάση από την πλευρά του.

Επαναλαμβάνω, δεν είμαι σε θέση να αξιολογήσω με τεκμήρια αν τα εν λόγω κείμενα ή και ιστολόγια βρίσκονται σε εντεταλμένη υπηρεσία, αλλά δεν μπορώ και να κρύψω την εντύπωση που μου δίνουν ότι κατά σύστημα προσηλυτίζουν αναγνώστες, κεφαλαιοποιώντας πάνω στο λαϊκό αίσθημα. Όμως, την κατάλληλη στιγμή σπεύδουν να αποπροσανατολίσουν, να σπείρουν τη σύγχυση ή και να πυροβολήσουν.

Δεν νομίζω να έχει υπάρξει στην παγκόσμια πολιτική ιστορία κόμμα που να έχει δεχθεί από τόσες πλευρές τόσα πολλά πυρά όσα ο Σύριζα –πόσο μάλλον κόμμα με εκλογική απήχηση μόνον οριακής διαφοράς από το κόμμα που πρώτευσε, σε πολύ πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση –κόμμα, δηλαδή, με μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου, ούτε και το γεγονός ότι εκ του αποτελέσματος αυτά τα κείμενα, είτε το θέλουν είτε όχι οι συντάκτες τους, είτε το επιδιώκουν είτε όχι, εντάσσονται στην ίδια βάλλουσα πυροβολαρχία –ξαναλέω, εκ του αποτελέσματος.

Όσο και αν με στεναχωρεί, δεν είναι καν θέμα μου εδώ η ασυγχώρητη, ίσως κι εγκληματική, περιφρόνηση που περιφέρουν αυτές οι γραφίδες, έστω αφελώς ή από ναρκισσισμό, ιδεοληψία ή ακόμα και ακεραιοφροσύνη, προς τα εκατομμύρια των καθημαγμένων συμπολιτών τους οι οποίοι αγωνιωδώς αναζητούν την ίδια ώρα μια σανίδα σωτηρίας –σανίδα που να μπορεί να επιπλεύσει και να αντέξει το βάρος τους, εννοείται.

Υπονοώ μήπως με τούτα τα λεγόμενα μου ότι ο Σύριζα είναι κάποιος ιερός μονόδρομος ανακούφισης που θα του έπρεπε μόνο μια σιωπηρή και αδιαμαρτύρητη αποδοχή από όλους; Προς Θεού, μπορεί να μην έχουμε δημοκρατία, αλλά όσοι τη θέλουμε ας τη διαφυλάξουμε ωσάν να την έχουμε. Μακράν εμού, λοιπόν, οι μονόδρομοι, είναι η απάντησή μου. Ομοίως, μακράν εμού και η πολιτική επιλογή δια του αποκλεισμού –ζήτω το όραμα, το μεστό, το ακριβές, το μέχρι κεραίας ακόμα και για τους πιο δύσπιστους.

Ωστόσο, είδατε πόσο κοντά φτάσαμε στις κάλπες τις προάλλες. Αν δεν έφτασε για τους αναγνώστες του sotosblog η σχετική ανάρτηση, μπορεί κανείς να πεισθεί από τη σαφήνεια με την οποία το παραδέχθηκε αυτό ο Φώτης Κουβέλης, δημοσίως μετά την κρίση της Τρικομματικής, έχοντας ζήσει ο ίδιος τα πράγματα από μέσα. Πράγμα που σημαίνει ότι οι εκλογές φλερτάρουν αυτήν την εποχή με άκρως αιφνιδιαστικά χαρακτηριστικά, και μπορούν να προκληθούν ανά πάσα στιγμή, με πρωτοβουλία μάλιστα εκείνων των ιδίων που δεν χάνουν ευκαιρία να τις αποκλείουν, μολονότι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους αφορίζοντάς τες στο όνομα μιας δήθεν πολιτικής σταθερότητας.

Και διερωτώμαι: Τι έχει στο νου του ο Σαμαράς, όταν εύχεται κάθε τόσο καλή τύχη στον Σύριζα με τις Συνιστώσες του; Και πόσο μακριά από το ρόλο που πραγματικά ήλπιζε ο Σαμαράς να διαδραματίσουν αυτές βρίσκονται τελικά τα κείμενα στα οποία αναφέρθηκα –ανεξάρτητα, το υπογραμμίζω, από τα κίνητρά τους, το από πού αυτά προέρχονται ή τι ταυτότητα φέρουν, δεδομένου ότι, όπως είπαμε, εκ του αποτελέσματος κρίνεται στο κάτω-κάτω η πολιτική τους εμβέλεια και αξία; Και ποιος είναι τελικά ο υπαινιγμός Σαμαρά, όταν λέει «αφήνουμε τους άλλους στη μιζέρια τους»; Σε ποιους αναφέρεται, και σε ποια μιζέρια; Ε; Μήπως αυτών ακριβώς των κειμένων; Μήπως κ α ι α υ τ ώ ν , εν πάση περιπτώσει;

Επισημαίνω δε γι άλλη μια φορά, ότι τα λέει τούτα, ενόσω έχει στην πράξη ο ίδιος αποδείξει πέραν αμφιβολίας ότι δεν θα διστάσει να προκαλέσει αιφνίδια προσφυγή στις κάλπες, να οδηγήσει δηλαδή το εκλογικό σώμα σε ωμά και ακραία διλήμματα –διότι περί αυτού θα πρόκειται τότε, ας μην κοροϊδευόμαστε.

Τα ωμά αυτά διλήμματα δεν μας είναι άγνωστα, όποια και αν είναι η ιδεολογική μας προέλευση, ή το επίπεδο πολιτικής μας αφύπνισης. Και δεν είναι σε καμιά περίπτωση ασύνδετα και άσχετα προς το κεντρικό και υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα της δημοκρατίας.

Δώστε βάση, λ.χ., στο εξής: Κυκλοφορεί μια περίεργη όσο και καινοφανής ιδέα διαχωρισμού των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής από το κόμμα που ψήφισαν και την ηγεσία του. Έχετε όμως αναλογισθεί πόσο κίβδηλο και παραπειστικό είναι στην ουσία κάτι τέτοιο; Μου φέρνει κατά νου την υπόθεση των Σατανιστών της Παιανίας, αν τους θυμάστε, για τους οποίους είχε επιχειρηθεί ή υπεράσπιση ότι τάχα δεν ήσαν πραγματικοί Σατανιστές, χωρίς ποτέ να μας διευκρινισθεί, ωστόσο, από κάποιον αυτόκλητο ή μη συνήγορο το τι εντέλει θα έπρεπε να είχαν πράξει αυτοί οι στυγνοί εγκληματίες, προκειμένου να δικαιούνται επάξια τον συγκεκριμένο τίτλο.

Σε ανάλογο σκεπτικό, λοιπόν, ερωτώ: Δεν εγνώριζαν οι ψηφοφόροι των Χιτλερικών περί τίνος επρόκειτο, όταν επέλεγαν ψηφοδέλτιο; Μήπως δεν προκρίνουν έτσι κι αλλιώς την αβασάνιστη εκμηδένιση του Κράτος Δικαίου, σε μιαν ιδιότυπη ερμηνεία προσωπικής αυτοϊκανοποίησης για το γεγονός ότι έχει ήδη αυτό αυτοεκμηδενιστεί ούτως ή άλλως; Δεν εγκρίνουν τον τρόπο με τον οποίο έπεσε το «μάυρο» της ΕΡΤ; Δεν επιδεικνύουν παγερή αδιαφορία για το γεγονός ότι η κυβέρνηση γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, όποτε συμβεί να εκδώσει αυτό μιαν ανεπιθύμητη γι αυτήν απόφαση; Κ.τ.λ. κ.τ.λ. Και αν δεν επιδιώκουν απολύτως συνειδητά τα ίδια, αν δεν χειροκροτούν κάποιοι από αυτούς, σάμπως δεν τα ανέχονται, και σήμερα και αύριο στο μέλλον; Και δεν είναι τούτο αρκετό;

Υπάρχει, λοιπόν, καμιά αμφιβολία ότι το κύριο κυβερνητικό κόμμα θα επιχειρήσει να τους προσεταιρισθεί, στο βαθμό που νοοτροπία και πρακτική του ταιριάζουν στα μέτρα τους ως, έστω, δυνάμει υποστηρικτών του φασισμού ή ακόμα και ως… απερίσκεπτων ξεστρατισμένων; Ποιο, λοιπόν, το εμπόδιο να συμπράξει και με αυτό το ίδιο το χιτλερικό κόμμα η Νέα Δημοκρατία, για να καταφέρει να παραμείνει η ομάδα του Μαξίμου στην εξουσία –μοναδική αυτή εναπομείνασα σανίδα για τη δική της σωτηρία; Σας καθησυχάζουν οι φραστικές κορώνες της περί του αντιθετου; Πόσο; Όσο περίπου και η γρανιτένια ρητορική κατά του Μνημονίου την οποία είχαν υιοθετήσει προεκλογικά και αναιδώς εγκατέλειψαν;

Ιδού ποιο είναι εν ολίγοις το διαρκές μέτωπο ενός πιθανότατου όσο ποτέ εκλογικού αιφνιδιασμού, πέρα από τον όποιο φτιασιδωμένο εξωρραϊσμό είναι αυτονόητο ότι θα επιχειρηθεί από τα επικοινωνιακά επιτελεία και τις διαφημιστικές εταιρείες εκείνη τη στιγμή για να το κρύψει.

Απέναντι σε αυτό μπορούν το δίχως άλλο να αντιταχθούν και τώρα και τότε όσα επιτρέπει η δημοκρατία. Ως και η άποψη ότι οι εκλογές δεν οδηγούν πουθενά, και ότι αν πράγματι οδηγούσαν, θα είχαν κυρηχθεί παράνομες, κάτι που όμως ήδη δεν απέχει δα και τόσο πολύ από την πραγματικότητα, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο… Αλλά, απέναντι σε ένα τέτοιο ωμό και άγριο δίλημμα που θέτουν οι δεσπότες, να μην προβληματιστούμε ούτε για μια στιγμή για το κατά πόσον η διαμαρτυρία μας υπηρετείται κατ’ ουσίαν μόνο σαν κάποια άυλη, υπερούσια αγία, αυτοτελής, εικόνισμα μουσειακό σε μακρινό, απόμερο και αλειτούργητο ξωκλήσι –πολιτική στάση όμως αυτή τι άλλο παρά αποκολλημένη από το ουσιαστικό πολιτικό πρόβλημα και απεκδυμένη από πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο;

Φρονώ ότι, όταν ο ολετήρας σώζει το τομάρι του υποστηρίζοντας ότι σώζει την Ελλάδα, τότε θα πρέπει να απαντήσουμε τουλάχιστον αντιστοίχως, αν θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανή την πιθανότητα να διεκδικήσουμε κάποια στιγμή κάτι το καλύτερο, όπως άλλωστε διατείνεται ότι επιδιώκει και ο ίδιος. Μπλοκαρισμένοι όμως εμείς άσχημα σε ένα σταυροδρόμι, και τρακάροντας ο ένας τον άλλον, δεν είμαι βέβαιος αν συμβάλλει στην ανακούφιση μιας χώρας, μιας χώρας που της αξίζει να ξεμπλοκάρει και να προχωρήσει, το πανδαιμόνιο της κακοφωνίας που προκαλεί επιπλέον η αυθάδης κόρνα του καθενός –ξεχνώντας μάλιστα και μαγαρίζοντας το πόσο ξύλο έπεσε, πόσο χημικό, ακόμα και νεκροί, τις φορές που οι ίδιες αυτές κόρνες διανοήθηκαν να συντονισθούν σε ένα ωραίο ηχητικό αποτέλεσμα.

Αυτοδικαίως εξαιρώ, βέβαια, από όσα εγώ φρονώ τους εντελώς αυτοκαταστροφικούς. Ας γνωρίζουν όμως ότι, ειλικρινά, οι υπόλοιποι δεν τους φταίμε σε τίποτε.

Α, και κάτι τελευταίο, ως αποστασιοποιημένη πολιτική παρατήρηση. Άλλες δυναμικές θα μετρήσουν και θα επικρατήσουν στο παραβάν, κι έτσι ο Σύριζα δεν έχει στην πραγματικότητα τίποτε να φοβηθεί από αυτή την ανακυκλούμενη περιοδική κακοφωνία –μάλλον το αντίθετο αυτή επιτυγχάνει, αν τελικά επιτυγχάνει κάτι άλλο από το να ξεγυμνώνει τον κάθε έναν από τους διάφορους φαλτσαδόρους.