Του μέλλοντος η μέρες

darth-vader-helmet-1Κι έτσι, καθώς αφήνουμε σιγά-σιγά πίσω μας την Γέννηση του Θεανθρώπου, και βαίνουμε πλέον ολοταχώς προς τα αμιγώς ανθρώπινα, γήινα και αμαρτωλά, εν τούτοις το sotosblog παραμένει την ίδια ώρα όσο γίνεται πιστό στην ιδιότυπη, προσωρινή ανακωχή των Εορτών και κρατάει την συμπεφωνημένη απόσταση από τα πολιτικά μας αίσχη· μένει με το βλέμμα προσηλωμένο στους ημίθεους, εκείνους δηλαδή που βρίσκονται κάπου ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους· και συνεχίζει στο πρότυπο της προηγούμενης ανάρτησής μας, όπου φιλοξενήθηκε ένα δείγμα από τον ανεκτίμητο θησαυρό του Άγιου των Ελληνικων Γραμμάτων, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Συνεχίζουμε λοιπόν στο ίδιο πνεύμα, αυτήν την φορά όμως με έναν άλλον προσκεκλημένο από το Πάνθεον της Λογοτεχνίας μας, της θαυμαστής μεν και απέραντης αλλά όχι και λιγότερο πολύπαθης.

Σε λίγες ημέρες θα μπούμε στο 2013 το οποίο –ίσως το γνωρίζετε– αναγορεύτηκε σε Έτος Καβάφη. Όλα αυτά τα… τέτοια –επαίτειοι, αφιερώματα, άκαιρες τιμές και δόξες– γίνονται, βέβαια, πάντα μέσα στην γενική και αφειδώλευτη φαμφάρα που διακρίνει τη σκέψη (;) όσων έχουν θέση πολιτικής ευθύνης, στην χώρα μας κατ’ εξοχήν. Το προσπερνώ· όπως προσπερνώ και το μέγα ζητούμενο με τους πολλούς νεότερους και νέους δημιουργούς που θα μπορούσαν να βρουν ένα κάποιο δεκανίκι στην αρωγή της Πολιτείας αντί του μεγάλου Αλεξανδρινού, ο οποίος δεν έχει, πιστέψτε με, καμιά, μα απολύτως καμιά ανάγκη τον Τζαβάρα και το συνάφι του. Τέλος πάντων, τα προσπερνώ, όπως είπαμε, και απλώς κλίνω ευλαβικά το γόνυ μπροστά στην ποιητική μεγαλοφυία –μολονότι σε αυτό ακριβώς το δέος ποντάρουν εκεί στη Μπουμπουλίνας, που να πάρει και να σηκώσει! Το προσπερνώ και αυτό…

Οι σελίδες που έχουν γραφεί για τον Καβάφη είναι αμέτρητες και καθόλου δεν θα ήθελα να προσθέσω μια-δυό ανούσιες από δαύτες επιπλέον. Θα ήθελα να γράψω κάτι που να πιάσει τόπο. Κι όποιος το λάβει υπόψη του!.. Με ενθαρρύνει, μάλιστα, η υπόνοια –Τι λέω; Η βεβαιότης!– ότι κάποιος θα βρεθεί στην συνέχεια να το πλασάρει για δικό του, στο πλαίσιο του ενδημικού ήθους του κλόπυράιτ. Δεν βαριέσαι… Ακόμη κι έτσι, κάτι θα σωθεί.

Έχουμε και λέμε. Η ποίηση του Καβάφη υπήρξε υποδειγματικό θύμα της εντελώς μωρής διαμάχης μεταξύ πολυτονικού και μονοτονικού, με αποτέλεσμα όσοι, αμφότεροι, δεν έχουν ιδέα από τόνους να στερούνται εργαλείων για την πληρέστερη κατανόησή της· κατά συνέπεια, την απολαμβάνουν λιγότερο· και την θαυμάζουν ενίοτε για λάθος λόγους.

Το θέμα είναι σοβαρό και μεγάλο, ώστε να εξαντληθεί σε μια περιορισμένη ανάρτηση –θα μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο επίζηλα στην θέση μου ο ίδιος ο ποιητής με την υψηλή τέχνη του. Επιπλέον, ως θέμα πνίγεται μέσα στην άφθονη ιδεοληψία και μειώνονται έτσι δραματικά οι πιθανότητες ακόμη και να ακουσθεί απλώς άποψη άλλη, πέραν της ηγεμονικά εδραιομένης: Ισχυρότερη και επιστημονικοφανέστερη όλων των εν λόγω ιδεοληψιών είναι εκείνη που θεωρεί ότι η Ελληνική γλώσσα έχασε, λέει, κάποτε για άγνωστους λόγους τον μελωδικό της τονισμό και διετήρησε τον δυναμικό. Η αντίληψη αυτή κυριαρχεί μεταξύ των Φιλολόγων που έχουν προλάβει να κατοχυρώσουν αποκλειστικά δικαιώματα σε τέτοια θέματα –κάτι που ίσως δεν θα έβλαπτε καθόλου, εάν δεν ήσαν κατά τεκμήριον άμουσοι, για να μην πω βαρήκοοι. Ως εκ τούτου, θεωρούν ότι οι Έλληνες μιλάμε περίπου σαν έναν πολιτογραφημένο Νταρθ Βέιντερ, που όμως δεν είχε χρήματα να αγοράσει καλύτερη κάσκα.

Αλλά πρώτα μια πολύ χρήσιμη τεχνική πληροφορία που βοηθάει στην κατανόηση του όλου ζητήματος: Όταν μια συλλαβή τονίζεται, εκεί όπου τονίζεται δεν αλλάζει η ένταση της εκφοράς (σε dB), όπως έχει διδαχθεί και πιστεύει ο κόσμος, αλλά μεταβάλλεται το τονικό ύψος (με μουσικούς όρους ή σε Hertz). Δηλαδή, ενώ εκφέρεται η υπόλοιπη λέξη, ας πούμε, ως ένα Ντο, η τονιζόμενη συλλαβή εκφέρεται ως ένα Σολ. Στην περίπτωση μιας οξείας πάει από Ντο σε Σολ προς τα επάνω· στην περίπτωση μιας βαρείας, προς τα κάτω. Οξείες, βαρείες και περισπωμένες έχουν ως μουσική σημειογραφία (παρασημαντική λέγεται) τα κείμενα των ψαλτών, για να γνωρίζουν αυτοί τι περίπου θα ψάλλουν ως μελωδία. Υπάρχουν και άλλα θέματα που παρεισφρέουν στο όλον ζήτημα, αλλά αυτή εδώ η πληροφορία αρκεί, για να παρακολουθήσετε το ακόλουθο παράδειγμα:

ΚΕΡΙΑ

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Επιθυμεί ο ποιητής έμφαση, λ.χ., στο «ζωηρά»; Πίσω από το μονοτονικό μου πληκτρολόγιο, στο «χρυσά» βάζει οξεία, άρα την θέλει την έμφαση· οξύνει. Στο «ζεστά» επίσης βάζει οξεία, άρα κι εκεί την θέλει. Ομοίως και στο «κεράκια». Στο «ζωηρά» όμως βάζει βαρεία, άρα δεν την θέλει· και βαραίνει συνειδητά την εκφορά. Πιστεύετε ότι δεν αλλάζει το νόημα, αν αψηφήσει κανείς την βαρεία; Χμ… Έχω ακούσει μέχρι και την ιδέα ότι είναι ελεύθερος να αποφασίσει για τέτοιες… «αμφισημίες» εκείνος που απαγγέλει. Δεν έχω αντίρρηση· αρκεί να μην νομίζει αυτός ότι γνωρίζει την ποίηση του Καβάφη καλύτερα από εκείνον που την έγραψε. Αν έχω άδικο, τότε ας αλλάξουμε και τις λέξεις, όχι μόνο τους τόνους… Καλό είναι να ξέρετε, ωστόσο, ότι ο ποιητής στο ίδιο ποιήμα άλλοτε βάζει οξεία και άλλοτε βαρεία στη ίδια λέξη, π.χ., στο «κεριά». Θα είχε φαίνεται χρόνο για χάσιμο ή θα ήταν σορολόπ, ο άνθρωπος…

Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα, στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου. Γιατί, μια οξεία, μια βαρεία ή μια περισπωμένη είναι ικανές να αλλάξουν το νόημα. Μια οξεία, μια βαρεία ή μια περισπωμένη είναι ικανές να αλλάξουν τα πάντα· εφ’ όσον μιλάμε για ποίηση! Ειδικά εφ’ όσον μιλάμε για Καβάφη!

Κι επειδή τα παραδείγματα είναι προφανώς αμέτρητα, δεν θα αναφέρω άλλα –να μην σας κουράσω. Την πόρτα την ξεκλειδώσαμε και αυτό φθάνει. Όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι νικήσαμε μια ολόκληρη ιδεοληψία. Προς Θεού! Ήδη νομίζω ότι ακούω αυτά που τώρα συζητούμε να τυγχάνουν εκμετάλλευσης από… πολέμιους ή ζηλωτές του πολυτονικού ή του μονοτονικού! Ανοησίες· δεν βγάζεις άκρη… Άλλωστε, αν ήταν να νικηθεί η ιδεοληψία, θα την είχε νικήσει πριν από εμένα εκείνος που μου τα άνοιξε τα στραβά μου. Αχ, δάσκαλε…

Τουλάχιστον εσείς πήρατε μιαν ιδέα, πάντως· και όπως είπαμε: παραμένω στη διάθεση παντός ενδιαφερομένου· αν έχει μείνει κανένας… Γιατί τα γράφω τότε; Εμπρός κυττάζω κι εγώ τ’ αναμένα μου κεριά· ενόψει δε ενός Νέου Έτους γεμάτου από… οξείες… βαρείες… και περισπωμένες… Λόγος για τον οποίο μάλλον σωστά αναγορεύθηκε το 2013 μες την ασυμμετρία του ως Έτος Καβάφη.