Οι εκπαιδευτικοί και τι θέλει η κοινωνία

παρασκήνιο

Πιο νοσηρό επιχείρημα από εκείνο που λέει ότι «δεν το θέλει η κοινωνία» δεν νομίζω να υπάρχει. Και ποιος είσαι εσύ, αγαπητέ, που γνωρίζεις τι θέλει η κοινωνία; Ε; Άκου, λοιπόν, να σου πω κάτι, διότι δεν μου αρέσει να με δουλεύουνε: Αν εγνώριζες τι θέλει η κοινωνία, θα… θα…, δεν ξέρω κι εγώ τι θα, αλλά πάντως ένα είναι βέβαιο: δεν θα είχες χρόνο να κάθεσαι να συζητάς για το τι θέλει η κοινωνία! Όταν κάθεσαι και συζητάς για το τι θέλει η κοινωνία, και καθώς το συζητάς ισχυρίζεσαι ότι γνωρίζεις κιόλας το τι θέλει η κοινωνία, ξέρεις τι είσαι; Λαμόγιο· αυτό είσαι.

Καλά να τα τσαμπουνάει αυτά τα περί κοινωνίας ο κύριος Μπάμπης ο ουρανοκατέβατος. Αυτός μέσα του το΄χει νεράκι το επιχείρημα για το «τι θέλει η κοινωνία». Γνωρίζει ότι είναι είναι μαϊμού, αλλά δεν τραβάει ζόρι. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή το παίζει ότι η κοινωνία θέλει το τάδε ή το δείνα, και Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο τραγουδάει ότι η κοινωνία δεν είναι ένα, η θεία μου δεν είναι θεία μου, οι θείες δεν είναι θείες, όλα τα σπάει σε κομματάκια, και τα ξανακολάει κατά πως τον συμφέρει. Αλλά πληρώνεται με αυτά τα τέτοια του. Για να απολαμβάνει την Κυριακή του στας εξοχάς. Εσύ όμως, ρε φουκαρά, τι κάθεσαι και λες ανοησίες; Ακούς εκεί «δεν το θέλει η κοινωνία!»

Να μου πεις ότι είσαι κανένας επιχειρηματίας, να το καταλάβω. –Ξέρεις κάτι, Σώτε; –Τι; –Λέω να φτιάξω κυρτά σταχτοδοχεία; –Κυρτά; Ναι, κυρτά. –Ρε Μήτσο, δεν τ’ αφήνεις καλύτερα. Η κοινωνία θέλει τα σταχτοδοχεία να είναι κοίλα. Ο πελάτης γυρεύει κάτι που να μπορεί να ρίχνει μέσα τη στάχτη του, για να μην του πατάει η γυναίκα του τις φωνές. Μην το κάνεις· θα χάσεις τα λεφτά σου.» Να ήσουνα, λοιπόν, επιχειρηματίας, να το καταλάβω. Που, και πάλι, θέλει προσοχή το πράγμα. Διότι, κουνάει καμιά φορά ο Μήτσος το κεφάλι του, σε γράφει κανονικά, πάει και φτιάχνει κυρτά τασάκια, γίνεται εκατομμυριούχος, και μετά εσύ αρχίζεις τις συζητήσεις με τους άλλους φουκαράδες ότι τάχαμου τον ξέρεις, λέει, και ήσαστε, να πούμε, φίλοι από τα παλιά, και μάλιστα μαζί συζητάγατε για την ιδέα του. Καμμιά φορά παίρνεις και φόρα στο καφενείο, και την πλασάρεις για δική σου την ιδέα του –την ιδέα του, που δεν την ήθελε η κοινωνία, να μην ξεχνιόμαστε. Ε;

Καλά, λοιπόν, να είσαι επιχειρηματίας, αλλά να είσαι εκπαιδευτικός, λειτούργημα υποτίθεται, και να το ζαλίζεις τι θέλει η κοινωνία… Τι να σου πω… Όλο το χρόνο οι εκπαιδευτικοί γκρινιάζουν μεταξύ τους στα γραφεία τους, επειδή σκάνε μύτη οι γονείς και τους κοτσάρουνε κάτι τρελλά, αλλά εκεί αυτοί, άτεγκτοι, πάγος, φακίρηδες· δεν τους αμολάνε το τι θέλει η κοινωνία. Πετάνε το «θα μου πει εμένα πώς θα κάνω τη δουλειά μου;;; Εγώ έχω να διδάξω το Πυθαγόρειο Θεώρημα!» Αν όμως ο Πυθαγόρας, που είχε καμιά πενηνταριά καντάρια περισσότερο νιονιό από σένα, καθόταν να συζητάει τι θέλει η κοινωνία, δεν θα δίδασκες εσύ σήμερα το τετράγωνο της υποτεινούσης, κι έτσι δεν θα έμπαινε καθόλου στον κόπο ο Αρβανιτόπουλος να σου κόψει το μεροκάματο, διότι απλούστατα θα ήσουν ανεπάγγελτος. Α, και τι αποδείχθηκε με την ευκαιρία; Να σου πω τι αποδείχθηκε. Αποδείχθηκε ότι ο Πυθαγόρας ήξερε τελικά καλύτερα από εσένα τι ήθελε η κοινωνία· και μπόρεσε μετά από αυτόν και χάρη σε αυτόν να μετρήσει ο άλλος το χωράφι του. Κόπανε!

Δεν είσαι, όμως, εκπαιδευτικός. Είσαι συνδικάλα, και κλαψουρίζεις, παραμύθι, σαν τα σκολιαρόπαιδα –θέατρο του πισινού! Από τον εξώστη χειροκροτάει η τρικολόρε μες τα χάχανα. Γιατί, αφού διερωτάσαι εσύ «τι θέλει η κοινωνία», διερωτάται ο ένας, διερωτάται ο άλλος, ε, δεν μπορεί, κάποιος θα ξέρει τελικά. Ποιος είναι αυτός; Εκείνος που περισσεύει: Η κυβέρνηση. Κι αφού αυτή ξέρει, δεν ρωτάει. Ίσα-ίσα, που σου κάνει και τον καμπόσο· πουλάει και μούρη: «Προτιμώ να πέσω, παρά να τους περάσει των εκπαιδευτικών!» Έτσι δεν λέει; Φάτηνα!

Κόπανε, λαμόγιο, δεν θα μάθεις ποτέ τι θέλει η κοινωνία. Ποτέ! Και δεν θα μάθεις, διότι δεν θέλεις, διότι δεν σε ενδιαφέρει τι λέει η κοινωνία. Πρόσεχε όμως. Διότι μπορεί εσύ να ψάχνεσαι για το τι θέλει η κοινωνία, αλλά η κοινωνία δεν ψάχνεται για σένα. Ξέρει!