Επίδομα εθνικής σωτηρίας

Πιράνχας

Μοιάζει θέμα μικρό, αλλά δεν είναι. Είναι μεγάλο, πολύ μεγάλο, τεράστιο. Ακόμα μεγαλύτερο, επειδή θέλει να περνιέται για μικρό· και άλλο τόσο μεγαλύτερο, όσο υπάρχουν άνθρωποι που το αντιμετωπίζουν ως τέτοιο και το αντιπαρέρχονται. Ακούει στο όνομα «υπερωρίες στο Μαξίμου».

Δεν υπάρχει μήνας που να μην εγγράφει το Μαξίμου στις δαπάνες του υπερωρίες για τους ανθρώπους του από την πρώτη ημέρα τούτης της διακυβέρνησης. Αφηρημένες εγγραφές, βέβαια. Αόριστες. Χωρίς να προσδιορίζεται το γιατί, το ποιος, το ποιες ημέρες του μήνα ή το από ποια ώρα μέχρι ποια ώρα. Τόσο αφηρημένες και αόριστες εγγραφές, που βγάζουν μάτι ότι πίσω τους κρύβεται ένα γαμώτο με την ευχή να μην υπήρχε αυτό το άτιμο το Διαύγεια, ώστε να μην φαίνονται αυτές καθόλου και πουθενά. Και κάτι χειρότερο ταυτοχρόνως: ο εφησυχασμός τους πίσω από ένα δήθεν προπέτασμα διαφάνειας, μαζί με τη μύχια ελπίδα ότι λίγοι θα ασχοληθούν, λιγότεροι θα το ψάξουν, ακόμα λιγότεροι θα το θεωρήσουν άξιο λόγου.

Τα ποσά δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα. Είναι στη διάθεση του καθενός. Οι αναγωγή τους σε ετήσια βάση είναι ικανή να προλάβει πολλές αυτοκτονίες ή εκτρώσεις, που θεώρησε αστείες ο Στουρνάρας δημοσίως –Κύριος οίδε τι τις θεωρεί στα κατ’ ιδίαν.

Αλλά είναι λάθος να σταθεί κανείς στα ποσά. Το ύψος τους αποπροσανατολίζει τη συζήτηση. Αφήνει παράθυρο σε ένα ύπουλο και πονηρό «σιγά τα κάστανα» ή σε κάποιο «δεν βαριέσαι», που έρχεται πρόθυμο να συγκρίνει αφελώς με άλλα μεγάλα χάλια και να διαγράψει τα… μικρά. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το ποσό, αλλά η αμιγώς ηθική τάξη του πράγματος. Η αμιγώς ηθική τάξη του πράγματος και από κοντά η υπογραφή που εγκρίνει φαρδειά-πλατειά, διότι αυτή, εκτός από ηθικά απαράδεκτο, το καθιστά κι εθνικά αποκαλυπτικό: Αντώνης Σαμαράς.

Λέω «εθνικά αποκαλυπτικό», διότι απολήπτες των ποσών είναι εκείνοι που διαχειρίζονται το «σακσές στόρι» και τα άλλα αχαρακτήριστα, όλα τους στο όνομα της «εθνικής υπόθεσης». Και στο όνομα αυτής ακριβώς της «εθνικής υπόθεσης» καλούν αυτοί και οι κλακαδόροι τους όποιον διαμαρτύρεται, ενίσταται, γογγύζει, λυγίζει ή και πεθαίνει, να αναλάβει τις ευθύνες του και να αναλογισθεί το καθήκον του απέναντι στην πατρίδα. Γιατροί, ιπτάμενοι της Πολεμικής Αεροπορίας, πυροσβέστες, εναερίτες της Δ.Ε.Η. κ.α., πάσης φύσεως εργαζόμενοι, που ρισκάρουν τη ζωή τους, καθώς και όλοι οι άλλοι που έθαψαν τα όνειρά τους, ντρέπονται τις οικογενειές τους, φοβούνται το ξημέρωμα, πανικοβάλλονται στο κουδούνισμα του τηλεφώνου, τρέμουν ακόμα και την ελαφρότερη ασθένεια, κρύβονται από τους πιστωτές, καλούνται όμως από τους ίδιους τους εθνοσωτήρες να σφίξουν όσα δόντια τους έχουν απομείνει, καλούνται κι εγκαλούνται στο όνομα της Ελλάδας! Ενώ, σαν μην έφθανε τούτο, παρουσιάζονται την ίδια ώρα οι καθημαγμένοι της εθνικής συμφοράς, τα μεγάλα αυτά θύματα σαν σε ζωοπανήγυρη, και παρελαύνουν σαν στοιχημένα βόδια σε βουπράσιο μπροστά από τους αγοραστές, ξένους και ντόπιους ημέτερους, για να επιθεωρήσουν εκείνοι τα δόντια του υποζύγιου και να θαυμάσουν μετά την καρτερικότητα και τις αντοχές του Ελληνικού λαού με διεθνείς δηλώσεις ενθάρρυνσης, τάχα.

Οι μισθοί των παρατρεχάμενων της εθνικής σωτηρίας, κατά το κοινώς λεγόμενο, δεν υπάρχουν. Πουθενά. Όμως αυτοί, παρ’ όλους τους παχυλούς μισθούς τους, αξιώνουν και λαμβάνουν και υπερωρίες από πάνω. Γι αυτούς όλοι οι άλλοι χρωστούν στην πατρίδα, αλλά σε εκείνους η Πατρίδα χρωστάει, όπως γινόταν πάντα. Και αυτό το «έτσι γινόταν πάντα» το έχουν μεταβαπτίσει στις ημέρες τους σε νέα Ελλάδα, με πρωτοφανές θράσος εις υγείαν των κορόιδων φυσικά. Είμαι βέβαιος ότι χωρίς τις υπερωρίες δεν θα πίστευαν στα διάφορα σακσές ούτε οι ίδιοι, μολονότι εμπνευστές. Και είμαι βέβαιος ότι δεν θα πίστευαν, επειδή, έστω, παρά τους γενναίους μισθούς που απολαμβάνουν, αν δεν έπαιρναν και τις υπερωρίες, και αν μάλιστα επέστρεφαν όσες έχουν ήδη πάρει ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, δεν αποκλείεται να πίστευα στο σακσές τους ακόμα κι εγώ, ελόγου μου χωρίς επίδομα εθνικής σωτηρίας μάλιστα.