Η κοτσάνα και η κοτσάνα

Εικόνα Κοριτσάκια από τη Λάμψη του Κιούμπρικ

Πολύ εύστοχα παρατηρεί από το ιστολόγιό του ο Νίκος Σαραντάκος (εδώ) το ακατάβλητο σθένος που αποκτά μια κοτσάνα, εφόσον επαναλαμβάνεται, καθώς τη στέργουν στην πεισματική διαδρομή της γραφίδες πρόθυμες και χείλη πονηρά ή επιπόλαια. Ώσπου η κάθε άτιμη κοτσάνα απλώνεται πια καλά-καλά κι εντέλει φτάνει σε αυτιά άφιλτρα και αφύλακτα, εκεί όπου, μέσα-μέσα στον ακουστικό λαβύρινθο, ζευγαρώνει με τον εαυτό της και γεννάει απογόνους, ολόιδιους με τα μούτρα της.

Μια τέτοια ξερή κοτσάνα, τάχα βρήκε πάτημα στην Αργεντινή, και ξεμύτισε από τα μισοσκότεινα σοκάκια της ντροπής για να κυκλοφορεί και πάλι ασύδοτη και αναιδής στα φώτα της δημοσιάς.

Χρωστάς; ρωτάει η κοτσάνα. Οφείλεις τότε να ξεπληρώσεις το χρέος σου και μάλιστα με τους όρους με τους οποίους δανείστηκες, πόσο μάλλον αφού τους γνώριζες επακριβώς και συναίνεσες σε αυτούς. Και συνεχίζει η κοτσάνα: Δεν μπορείς ν’ αξιώνεις από τη μια να καρπούσαι τα δανεικά, αλλ’ απ’ την άλλη να κάνεις τον δύσκολο την ώρα της αποπληρωμής. Αν το κάνεις αυτό, είσαι σκέτος μπαταχτσής, και δεν μπορείς να θεωρείς ότι έχεις και το δίκαιο με το μέρος σου από πάνω!

Λέγονται τούτα για μια ολόκληρη χώρα, παρακαλώ. Λες κι είναι ο κυρ-Μήτσος με τα τσιμπιδάκια και τις κουβαρίστρες στη γωνία απέναντι!

Η ξερή κοτσάνα έχει και αδελφούλα. Δίδυμη. Χέρι-χέρι σκάνε κάποιες φορές στο νυφοπάζαρο: Πρέπει να μάθουμε να ζούμε χωρίς δανεικά, λέει στην αδελφή της η κοτσάνα, η αδελφή της κοτσάνας. Στη συνέχεια, οι δυο τους ακκίζονται με τους περαστικούς, έπειτα παίρνουν σεμνότυφη πόζα και κρυφοχαχανίζουν.

Τις έχουμε λουστεί για τα καλά εμείς εδώ αυτές τις δυο αδελφούλες. Σε φρικτούς εφιάλτες τις βλέπουμε σαν τα κοριτσάκια από τη Λάμψη του Κιούμπρικ. Η ειρωνεία είναι ότι μας τις πουλάει για παρθένες ο μεγαλύτερος νταβατζής, χυδαίος νταβατζής στο βιος μας και πιο μπαταχτσήδικο κράτος της οικουμένης, το ελληνικό! Αυτό δε το αρχιμπαταχτσήδικο και φουλ φαληριμένο κράτος το κρατούν στα χέρια τους με νύχια και με δόντια άνθρωποι, οι οποίοι όλη τους τη ζωή την έχουν ζήσει κι εξακολουθούν να τη ζουν με δανεικά, αποκλειστικά με δανεικά, δανεικά κι αγύριστα –δανεικά για μας και αγύριστα γι αυτούς. Και μας φεσώνουν κάθε μέρα ελόγου τους αυτοί όλους εμάς μέχρι τους αστραγάλους. Στις μέρες μας ξεπέρασε ως και τις πατούσες του δισεγγόνου μας το φέσι.

Απ’ όλες τις διαπιστώσεις, λοιπόν, ας αρκέσει εκείνη που μιλάει αφ’ εαυτού της για το σόι όσων έχουμε πάνω στο κεφάλι μας, ως το πειστικότερο επιχείρημα ότι όσα τέτοια συναφή καλούμαστε κατά καιρούς να πάρουμε στα σοβαρά δεν είναι παρά ξερές κοτσάνες, τόσο ξερές που αρθρώνονται κιόλας με το αρμόζον ηλίθιο ύφος. Ναι, ας αρκέσει αυτή η διαπίστωση και μόνο, διότι πού τώρα χώρος και διάθεση για επιστημονικές αναλύσεις και ανάλογα επιχειρήματα…

Στο κάτω-κάτω, τι να σου κάνει το κάθε έρμο επιχείρημα, είτε το ένα είτε το άλλο ή το παράλλο… Μωρέ, βγαίνει η κοτσάνα παγανιά, και να που λέγε-λέγε το κοπέλι κάνει τη γριά και θέλει.

Τώρα όμως που ούτε κοπέλι ούτε γριά μπορούν πια να είναι αξιοπρεπείς και τέτοια, τώρα που θέλοντας και μη γινήκαμε πια όλοι μπαταχτσήδες, να σας δω, ρε σουπιές, τι αυτιά θα βρείτε ανοιχτά για ν’ αυγατίσουν μέσα οι κοτσάνες σας…