Λείπει μόνο η προσήκουσα προσφώνηση

Θεωρώ δημοσιογραφικά επιβεβλημένο να υπενθυμίζεται στους Έλληνες η μορφή του κ. Χορστ Ράιχενμπαχ, με τα χαρακτηριστικά της, που προδίδουν, πάντως, μάλλον καλόγνωμο άνθρωπο. Όχι;

Το κείμενο που ακολουθεί περιέχει ένα «παρακαλώ», ένα πολύ κρίσιμο «παρακαλώ», στο όνομα του οποίου σας παρακαλώ εγώ να το διαβάσετε. Συνπογράφεται από τους προέδρους του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων της Ελλάδας, του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας, της Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών Ελλάδας και του Πανελλήνιου Συνδέσμου Φαρμακαποθηκαρίων, ενώ απευθύνεται στον επικεφαλής της Ομάδας Εργασίας για την Ελλάδα Χορστ Ράιχνεμπαχ, ζητώντας να διατεθούν 1,5 δισ. ευρώ στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ).

«Είναι περισσότερο από επείγον να καλυφθούν τα ελλείμματα του ΕΟΠΥΥ. Η παρούσα κατάσταση συνολικά στο χώρο της Υγείας αποτελεί μία πραγματική υγειονομική κρίση στην Ελλάδα. Το σύστημα Υγείας καταρρέει.
Είναι ζωτικής σημασίας να χρηματοδοτηθεί ο ΕΟΠΥΥ με 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ, προκειμένου να καλύψει τις οικονομικές του δεσμεύσεις, οι οποίες αφορούν τα ιδιωτικά φαρμακεία, τα νοσοκομεία και όλους τους παρόχους της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Οι ασθενείς δεν μπορούν να πληρώσουν για τα δικά τους φάρμακα και την ίδια στιγμή κρίσιμες μονάδες των νοσοκομείων κλείνουν, λόγω έλλειψης υλικών. Σε αυτή την αφόρητη κατάσταση, προστίθεται ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός φαρμάκων που λείπουν από την αγορά. Σύμφωνα με το νόμο 4038/2012, το κράτος θα έπρεπε να είχε ήδη χρηματοδοτήσει τον ΕΟΠΥΥ με το ποσό του 1,5 δισ. ευρώ. Αυτό, όμως, δεν συνέβη.
Η νομοθετική αυτή διάταξη σχετικά με τη δημοσιονομική στήριξη του ΕΟΠΥΥ συμφωνήθηκε με τους Ευρωπαίους ελεγκτές και την Ομάδα Εργασίας της ΕΕ για την Ελλάδα.
Έτσι, είναι εξαιρετικά επείγον να εκταμιευτεί το παραπάνω ποσό από το υπουργείο Οικονομικών, το οποίο – δεδομένων των συνθηκών – δεν το πράττει ή να ζητηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πέραν της χρηματοδότησης που έχει ήδη συμφωνηθεί, να καλύψει και αυτό το έλλειμμα.
Απευθύνουμε έκκληση, διότι η ζωή των ασθενών είναι σε κίνδυνο. Θα παρακαλούσαμε να φροντίσετε για μία συνάντηση, το συντομότερο που μπορείτε, προκειμένου να συζητήσουμε διεξοδικά αυτό το κρίσιμο θέμα».

 ”

Το «παρακαλώ» θα το προσέξατε. Είναι ώρα, λοιπόν κι εγώ, να ζητήσω μια δημόσια συγγνώμη, διότι, χωρίς εσείς να το γνωρίζετε, την ίδια ώρα επιτιμούσα στη συνείδησή μου ένα δημοσιογράφο-εκδότη, που περιφερόταν από κανάλι σε κανάλι και μίλαγε για Τσολάκογλου. Οι συντάκτες της επιστολής που μόλις διαβάσατε δεν θα χρειαζόταν να αλλάξουν ούτε ένα κόμμα, αν έγραφαν το ’41 προς τον Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή, εκτός ίσως από την προσήκουσα προσφώνηση. Κατά τα άλλα ούτε κόμμα.

Λίγη σημασία έχει αν υπογράφεται από εκπροσώπους του ιδιωτικού τομέα και όχι του Δημοσίου. Είναι βέβαιον ότι όσοι υπογράφουν εξήντλησαν όλες τις προσπάθειες με το Δημόσιο. Και δεν γνωρίζω αν το Δημόσιο δεν υπογράφει για να σώσει τα προσχήματα, ή επειδή δεν μπορεί να κάνει τίποτε· ούτε καν μια τέτοια επιστολή να υπογράψει, ακόμη και αν δεν ήθελε πια να τηρήσει ούτε τα προσχήματα.

Υπήρξαν τέτοιες επιστολές επί κατοχής· κατοχή δεν έπρεπε να υπάρξει· από τη στιγμή που υπήρξε κατοχή, θα υπήρχαν και τέτοιες επιστολές. Η συντάκτες της τωρινής έκαναν αυτό που γνωρίζουν: έγραψαν χωρίς δεύτερη σκέψη το φαρμάκι, που οι υπόλοιποι απλώς καταπίνουμε.

Με κίνδυνο να χαρακτηρισθεί ανάλγητος –κατά τη Μαριορή και το φερετζέ– ο κ. Ράιχενμπαχ θα έπρεπε να επιστρέψει την επιστολή ως απαράδεκτη. Όμως δεν την επέστρεψε. Και, δυστυχώς, κύριε Ράιχενμπαχ, όταν δύο απόψεις συμπίπτουν με τρίτην, τότε αναγκαστικώς συμπίπτουν και μεταξύ των, και… μεταξύ των, βεβαίως-βεβαίως.