Ζυγός

Το χαράτσι είναι, νομίζω, τουρκική λέξη. Εγείρει δε στη συλλογική μνήμη τον οθωμανικό ζυγό. Δεν έχει για μένα σημασία εδώ τι λέει στο λήμμα το λεξικό, αλλά κατά πόσον μπορώ να το ορίσω ο ίδιος, έτσι που να συμφωνήσουμε. Έχουμε και λέμε: Χαράτσι σημαίνει (1) άδικος φόρος (2) επιβεβλημένος από Αρχή της οποίας η νομιμότητα αμφισβητείται μεν στην λαϊκή συνείδηση, πλην όμως υπομένεται αυτή δυνάμει άλλων παραγόντων, μεταξύ αυτών και των όπλων, όπως συνέβαινε επί οθωμανικού ζυγού και (3) φόρος τόσο δυσβάστακτος, που να υπερβαίνει την φοροδοτική ικανότητα του φορολογουμένου.

Τα τρία προαναφερθέντα πάνε μαζί, αλλά για λόγους οικονομίας (του κειμένου) θα σταθώ στο τρίτο, το υπ. αριθμ. 3, εκείνο δηλαδή που αφορά στην φοροδοτική ικανότητα, με την κρίσιμη διευκρίνιση ότι δεν αναφέρομαι στο χαράτσι που εισπράττεται μέσω Δ.Ε.Η., αλλά χαρακτηρίζω ως τέτοιο το σύνολο των φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν επιβληθεί στους πολίτες.

Στέκομαι σε αυτό το 3, διότι ένας φόρος, ας πούμε του ενός λεπτού του Ευρώ, θα μπορούσε να περάσει ακόμα και απαρατήρητος· και ας συντρέχουν οι υπόλοιπες δύο προϋποθέσεις, (1&2) σχετικά με την αδικία, την νομιμότητα κ.τ.λ.· τόσο απαρατήρητος, που ο όρος «χαράτσι» για έναν τέτοιον φόρο θα μπορούσε να ακουσθεί ως και αστείος, ακόμα και όταν αυτές οι άλλες, και οι δύο, συντρέχουν ξεκάθαρα. Ενώ, αντιθέτως, ένας φόρος που υπερβαίνει τις φοροδοτικές ικανότητες νομιμοποιεί αυτός τον όρο «χαράτσι» αφ’ εαυτού του, όπως ακριβώς τον ορίσαμε· είναι δε ικανός αυτός να κάνει να θεωρείται ότι συντρέχουν και οι άλλες δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις, ακόμα και όταν δεν συμβαίνει να ικανοποιούνται τα άλλα απαραίτητα κριτήρια, ως προς αυτές· ακόμα, δηλαδή, και όταν επιβάλλεται ούτως ειπείν δίκαια, επειδή, λ.χ., αποδεδειγμένα έφταιξαν ασυγχώρητα οι πολίτες, και πρέπει να τιμωρηθούν αυστηρά γι αυτό, μέσω της φορολογίας· ακόμα και αν επιβάλλεται από τον ίδιο το Θεό –μια τιμωρία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δυνατότητες του ανθρώπου· είναι αυτός ένας από τους λόγους που καταδικάζουμε την θανατική ποινή· είναι ένας από τους λόγους που ανεστήθη ο Ναζωραίος· υπό μιαν έννοια βγάζει λάδι έναν Θεό-τιμωρό με την Ανάστασή του.

Το ότι το χαράτσι υπερβαίνει τη φορολογική δυνατότητα των πολιτών δεν νομίζω ότι επιδέχεται αμφισβήτηση. Τούτο πιστοποιούν, άλλωστε, η πορεία των δημοσίων εσόδων, οι ατελείωτες ουρές για ρυθμίσεις οφειλών προς την Εφορία και πολλά-πολλά άλλα –να μην σας κουράζω. Ο κόσμος, βλέπετε, έχει την εξ ενστίκτου σωφροσύνη να προτιμάει να φάει, παρά να σπεύσει να είναι εντάξει με το Κράτος.

Αν υποθέσουμε ότι οι τιμές στην αγορά ήταν χαμηλές, ίσως να πήγαινε στην Εφορία με κάποια προθυμία, διότι ίσως θα περίσσευαν χρήματα για να φάει. Επίσης, αν τα εισοδήματα ήταν μεγάλα, τότε είναι και πάλι πιθανόν να έσπευδε κιόλας, εφ’ όσον αυτά δεν θα είχαν προλάβει να αλλοιώσουν την μικροαστική ηθική του επί το μεγαλοαστικότερον, οπότε πια μάλλον θα απέφευγε σε μια τέτοια τροπή των πραγμάτων την κάθε είδους φορολόγηση –αυτό με τις ευλογίες του Κράτους βέβαια, όπως έχουμε ευκρινέστατα παρατηρήσει και είναι πια κοινός τόπος. Η προοδευτικότητα της φορολογικής κλίμακας, με το όποιο ποσοστό θα αναλογούσε στον καθένα, δεν θα άλλαζε την εικόνα, διότι μια φορολόγηση της τάξεως του 90%, επί ενός μηνιαίου εισοδήματος, λ.χ., 50.000 Ευρώ, αφήνει τέλος πάντων πέντε ζεστά χιλιάρικα για τα υπόλοιπα χρειώδη. Δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αυτά είναι γνωστά στους Οικονομολόγους και περιέχονται στα εγχειρίδια, με λεπτομέρειες και αναλύσεις των συνεπειών.

Ποιος είναι, όμως, ο λόγος για τον οποίον ο πολίτης φορολογείται πέραν των δυνατοτήτων του; Όπως ο ίδιος πληροφορείται, οφείλεται τούτο στην διοικητική κακοδαιμονία του Κράτους –χρόνιο πρόβλημα που απομειώνει ωστόσο ως τέτοιο την επίκληση έκτακτων συνθηκών· διότι αποδίδονται αυτές οι τελευταίες σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα αρμοδίως, δηλαδή από τους ίδιους που επικαλούνται τις έκτακτες συνθήκες. Η δε πληροφορία αυτή περί κακοδαιμονίας συνοδεύεται από την προσχηματική διευκρίνιση ότι η κυβέρνηση επιχειρεί συν τω χρόνω να την θεραπεύσει –χρόνια εξαγγελία και αυτή. Τι συντηρεί χρονίως και τα δύο χρονίζοντα σύνδρομα, πρόβλημα και εξαγγελίες; Μια αόριστη πίστωση στις κυβερνήσεις –και στην τρέχουσα– σήμερα υπό την πίεση των πιστωτών και παγίως από το γεγονός ότι ψηφίζουμε με το χέρι, και όχι με το μυαλό, μια αλήθεια που προκύπτει αυτόματα ως συμπέρασμα, αν ερμηνεύσει κανείς σωστά την συνήθη απάντηση που δίδει ο ψηφοφόρος, οσάκις ελέγχεται πιεστικά η εκλογική του συμπεριφορά έναντι του λογικού και της εκλογικής του συνείδησης: «δεν πάει το χέρι μου», λέει, εκών-άκων εξομολογούμενος.

Διακωμωδώντας τον εαυτό της, η κυβέρνηση δείχνει τους ξένους για τη φορολογική αυτή βαρβαρότητα. Η δε παρουσία των ξένων εκλαμβάνεται στο πίσω μέρος του μυαλού κάποιων πολιτών ίσως και ως οιωνεί ελπίδα –μια επιπλέον κωμωδία και αυτή, διότι το φως της δημοσιότητας δεν απέκρυψε την εκπεφρασμένη δυσάρεστη έκπληξη, απογοήτευση και αμηχανία αυτών των ίδιων των αλλοδαπών συμβούλων, σχετικά με τα κυβερνητικά φορολογικά τετελεσμένα και κυοφορούμενα.

Τι απομένει για να καταλαγιάσουν οι απορίες μας; Ο μέγας μαμπούλας απομένει. Ο μέγας μπαμπούλας που λέγεται Δ.Ν.Τ., από τον οποίον μπαμπούλα, πάντως, πληροφορούμεθα εσχάτως ότι εντέλει έσφαλε αυτό στους υπολογισμούς του. Ημιανεπισήμως, είναι η αλήθεια, γίνεται αυτή η παραδοχή. Αλλα είναι τούτο μόνο θέμα χρόνου, και θα κριθεί τελικά μάλλον στα χωράφια του άλλου μπαμπούλα, της Μέρκελ και του Σόιμπλε, οι οποίοι, ως φαίνεται, επιλέγουν ως ηγέτες να κριθεί συνολικά το έργο τους στο τέλος, τούτο για μιαν ακόμη φορά στην Γερμανική Ιστορία του 20ου αιώνος. Ιδού όμως που,  είτε έτσι είτε αλλιώς, ό,τι συμφωνήσαμε στην αρχή να παραβλέψουμε, δηλαδή το 1, αυτό πάντως επιμένει, καθώς αποδεικνύεται ότι δεν παραμεριζεται τελικά το γεγονός ότι κάθε χαράτσι είναι άδικο. Βγαίνει με πείσμα αυτό το υπ. αριθμ. 1 στην επιφάνεια –είπαμε, υπέρμετρος φόρος και άδικος φόρος πάνε μαζί.

Οι πολίτες δεν περιμένουν εμένα, ασφαλώς, για να μάθουν ότι το χαράτσι είναι άδικο. Ούτε για να αξιολογήσουν το Δ.Ν.Τ. Γνωρίζουν ήδη από μόνοι τους τα περί εσφαλμένου υπολογισμού. Και τα γνωρίζουν άριστα, διότι πονάει και σφάζει το αποτέλεσμά του. Τα γνωρίζουν, ωστόσο, και διότι ενθυμούνται σαν να ήταν χθες τον σημερινό τους κυβερνήτη φωνασκούντα να διαρρηγνύει τα ιμάτιά του κράζοντας «είναι λάθος το μείγμα, είναι λάθος η συνταγή»! Και διερωτώνται: Γιατί το έχει λησμονήσει; Επιβάλλει δε αυτήν την ίδια συνταγή αγρίως; Και απαντούν: Μάλλον διότι έχει λησμονήσει και πολλά άλλα, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο ηχητικό του βίντεο εδώ, πάνω από τον τίτλο αυτού του κειμένου –ένα μονταζ και αυτό ομολογουμένως, όχι όμως για λόγο άλλο, από το να είμαστε και εμείς εδώ στο κλίμα των ημερών που θέσπισε ως χαλκείο το Μαξίμου· κι εν πάση περιπτώσει ένα μοντάζ πολύ ευπρεπέστερο.

Κάποιοι από τους πολίτες, στο μεταξύ, φαίνεται ότι εξακολουθούν να είναι πεπεισμένοι από την κυβέρνηση πως όλα μπορούν να παραβλέπονται, αρκεί να βελτιωθεί η κατάσταση στην οικονομία. Να παραβλεφθεί ως και το άδικον του πράγματος ως προς τους εδώ υπαίτιους για την όλη αδικία, μια και τις ευθύνες τους παραγράφει η κυβερνητική τακτική εντός του κοινοβουλίου ή εκτός αυτού, με συστηματικές, προσεκτικές ή και κραυγαλέες αποστάσεις. Έτσι, δίδουν άδεια στην κυβέρνηση να δηλώνει ανυποχώρητη απέναντι στις αντιδράσεις, να καταφεύγει σε συνταγματικά ατοπήματα και να επιδίδεται στην καταστολή. Ιδού όμως που, όπως έγινε και με το υπ’ αριθμ. 1,  βγαίνει τώρα στην επιφάνεια μαζί του και το υπ. αριθμ. 2. Τουτέστιν, εκτός από άδικος φόρος, το χαράτσι, όπως είπαμε, επιβάλλεται κατά συνέπεια από Αρχή της οποίας η νομιμότητα αμφισβητείται μεν στην λαϊκή συνείδηση, πλην όμως υπομένεται αυτή δυνάμει άλλων παραγόντων, μεταξύ αυτών και των όπλων, όπως συνέβαινε επί οθωμανικού ζυγού. Πάνε, όπως είπαμε, και τα τρία μαζί, βλέπετε –άδικος φόρος, υπέρμετρος φόρος και ύποπτη Αρχή που τα επιβάλλει.

Μια Αρχή, μια κυβέρνηση που επιβάλλει ένα τέτοιο χαράτσι εκλαμβάνεται ως ζυγός. Ίσως όχι ως οθωμανικός, αν και δεν βοηθούν στην καλή προαίρεσή μου οι τουρκικές τηλεοπτικές σειρές, που συμπληρώνουν το όλον τοπίο –σάμπως εκείνοι που επιβάλλουν το χαράτσι δεν είναι οι ίδιοι, που συντηρούν όσους διαλέγουν τις σειρές; Ας είναι… Κι ας πούμε, λοιπόν, ίσως όχι ως οθωμανικός, αλλα ως ζυγός σε κάθε περίπτωση. Διότι μόνο ως ζυγός γίνεται στην Ιστορία αντιληπτή από τους λαούς κάθε διακυβέρνηση, που επέβαλε ένα τέτοιο χαράτσι, φόρο άδικο και πέραν φοροδοτικών δυνατοτήτων.

Μπορεί, τώρα, να περιμένει κανείς από την πλευρά του να βελτιωθεί η οικονομία, μπορεί να περιμένει να βελτιωθεί η τσέπη του, μπορεί να περιμένει να βελτιωθεί η προσωπική του απολογία, μπορεί να περιμένει ό,τι θέλει, όπως γινόταν πάντα. Αν όχι και ο ίδιος, πάντως εμείς οι άλλοι έναν ζυγό υπομένουμε. Ότι είμαστε οι περισσότεροι, αυτό είναι βέβαιον. Όπως βέβαιον είναι, επίσης, ότι θα τον αποτινάξουμε. Ως προς δε αυτό το τελευταίο, δεν πέφτουν έξω ούτε εκείνοι που έχουν πέσει έξω σε όλα τα υπόλοιπα.