Όταν πρωην υπουργοί Πολιτισμού ζητούν να κυβερνήσουν

Το κύπελο γράφει: Μη λησμονείτε το φιλοδώρημα στον πιανίστα.

Είναι ανάγκη να συμφωνήσουμε ότι δεν περνάμε κρίση!  Τρελάθηκα; Πολύ καλά… γράψτε «λάθος», κι ελάτε απλώς να το υποθέσουμε χάριν της συζήτησης· ή μάλλον να θυμηθούμε πώς περίπου είχαν τα πράγματα πριν από την κρίση. Για πότε μιλάω; Διαλέξτε: πριν από δύο χρόνια, οκτώ, τριαντα ένα; Όποτε θέλετε.

Προηγουμένως, θα ήθελα να σας πω ότι το προσεχές Σάββατο, ένα παιδί που αγαπώ θα δώσει ρεσιτάλ πιάνου. Στην αίθουσα όπου θα δώσει το ρεσιτάλ θα είμαστε… εμείς κι εμείς.

Το παιδί αυτό θα μπορούσε να έχει σπουδάσει ό,τι άλλο ήθελε· αλλά σπούδασε μουσικός: πιάνο, βιολί, φλάουτο και κιθάρα –όλα με άριστα και όλα με μια σχολική τσάντα βάρους άνω των είκοσι κιλών στον ώμο και το μισό μυαλό στο play station και τη μπάλα του μπάσκετ, όπως τα περισσότερα παιδιά.

Είναι καλός μουσικός; Χα, ξέρω γιατι με ρωτάτε… Είμαι μέσα στο μυαλό σας! Έχετε έτοιμη την απάντηση: Αν είναι καλός, τότε πρέπει να πάει στο εξωτερικό. Ενώ τα άλλα παιδιά; Τι ακριβώς έχετε κατά νου γι αυτά;

Μην αμελήσω, όμως, να απαντήσω στο ερώτημά σας. Δεν ξέρω αν είναι καλός. Ας πούμε ότι παίζει πιάνο όπως περίπου 500.000 άλλοι πιανίστες στην Οικουμένη –τι τον κάνει αυτό καλό ή κακό μουσικό; Ούτε ξέρω αν θα επιτύγχανε στο εξωτερικό, ειδικά με τον εκεί ανταγωνισμό. Οπότε, τι του λέμε: Ας πρόσεχες, του λέμε; Ας πρόσεχες, να του λέγαμε αν ήθελε να γινει αστροναύτης, όχι πιανίστας. Δεν θα έχει η Ελλάδα πιανίστες;

Το δεν θα έχει η Ελλάδα πιανίστες το λέει αυτός ο αδιεκτραγώδητος υπουργός Πολιτισμού, ο οποίος όχι μόνο έχει δύο χρόνια να πληρώσει τους Καθηγητές του Ωδείου Αθηνών, αλλά και κατέρχεται ως υποψήφιος στις εκλογές. Το λέμε κι εμείς; Ε, τότε να τον χαιρόμαστε τον κύριο υπουργό. Του χαρίζω κι εγώ το προεκλογικό σύνθημα «Προσοχή! Τελούμε σε γενική επιστράτευση! Αναστέλλονται, ως παράπλευρες, όλες οι δραστηριότητες πλην οικονομολόγων».

Από την άλλη μεριά, ο κύριος Μπάμπης ο… οικονομολόγος, ο… ουρανοκατέβατος (του Σκάι, ντε) λέει κάτι άλλο: Λέει, επί επτά, περίπου, δισεκατομμυρίων κατοίκων της χτίσης και της πλάσης, αντιστοιχεί ένας πιανίστας του επιπέδου του παιδιού ανά 14.000, άρα 714 πιανίστες για όλη την Ελλάδα και τέλος. Έστω. Πού τους φαντάζεται αυτούς τους 714 να δίνουν ρεσιτάλ, ο κύριος αυτός; Στα μπουζούκια; Στα Πιάνο Μπαρ; Με παραγγελιές ή χωρίς;

Άστε τη μουσική –δεν έχουμε να φάμε, ραπανάκια για την όρεξη… Εγώ δεν μιλάω γι αυτό το παιδί, ούτε καν για τους πιανίστες, αλλά για τα χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά, το καθένα στον τομέα του. Αυτά που λογαριάζουν να φύγουν ή να μείνουν, με όνειρα ή χωρίς.

Αυτά που θα φύγουν, δεν φεύγουν τώρα με την κρίση. Μην πενθείτε ιδιαίτερα, πάντα έφευγαν. Όσα μπορούσαν και όσα… δεν μπορούσαν πια. Έριχναν με βαρειά καρδιά μια μαύρη πέτρα πίσω τους κι έφευγαν. Τα άλλα, όσα έμεναν πίσω έβλεπαν τη μαύρη πέτρα, τη σήκωναν, την περιεργάζονταν, τη ζύγισαν και μετά την πετάγανε το ένα στο άλλο. Έτσι ήταν και πριν από δύο, και πριν από οκτώ και πριν από…

Γι αυτό σας ζήτησα να θυμηθούμε πώς ήταν πριν από την κρίση. Και γι αυτό δεν είσαστε σε θέση να μου πείτε πότε ήταν αυτό το «πριν από την κρίση»… Γι αυτό και δεν πιστεύετε όποιον σας υπόσχεται ότι θα μας βγάλει από αυτήν. Γιατί βγαίνω από την κρίση σημαίνει ότι το παιδί μου μπορεί να μείνει εδώ και να γίνει πιανίστας, επιστήμονας, καλλιτέχνης, κάτι καλύτερο από εμένα, βρε αδερφέ, ό,τι θέλει.

Και τι θα κάνει μέχρι να βγούμε από την κρίση; Α, μέχρι να βγούμε από την κρίση θα κάνει τον σερβιτόρο. Και μετά… μετά από σερβιτόρος, όταν πια θα έχουμε βγει από την κρίση, τότε πια θα κάνει τον πιανίστα. Γελοία πράγματα κι η κούνια που μας κούναγε…

Πάει αυτή η γενιά… Μια ολόκληρη γενιά… Τόσο θέλει για να γίνεις από πιανίστας σερβιτόρος και από σερβιτόρος πιανίστας και λίγο λέω. Οι προηγούμενοι δεν πρόφτασαν· τους βρήκε η κρίση στα μισά: στο κρίσιμο εκείνο σημείο όπου ήθελαν μεν τα παιδιά τους πιανίστες, αλλά τα περισσευούμενα τα έτρωγαν στους σερβιτόρους… Τα ρέστα να τα ζητήσετε από τον υπουργό Πολιτισμού –τον νυν, τον τέως και όλους τους προηγούμενους. Δύο από αυτούς διεκδικούν κυβερνητική εντολή την Κυριακή –να μη ξεχνιόμαστε.

(Μεταξύ μας, για να μην κοροϊδευόμαστε κιόλας, κανείς δεν ήθελε το παιδί του για πιανίστα, εδώ που τα λέμε. Όλοι θέλουμε στάση λεωφορείου στη γειτονία, όχι όμως μπροστά από την πόρτα μας… Αλλά εμείς είπαμε, δεν μιλάμε για πιανίστες εδώ, έτσι δεν είναι; )

Όλα τούτα, λοιπόν, συνέβαιναν πριν από δύο χρόνια, οκτώ, τριάντα ένα… Κι έτσι, πριν καλά-καλά το καταλάβουν οι προηγούμενοι, τα παιδιά που προόριζαν για πιανίστες τα έκαναν σερβιτόρους· μαζί τους και οι αμνοί που δεν τα σκόρπιζαν στους σερβιτόρους, είτε από σύνεση είτε από ανέχεια. Να η αδικία, να η κρίση, να το μισό όνειδος της κατηγορίας ότι «μαζί τα φάγαμε». Τώρα, ποια από τις δύο αυτές ομάδες θα αναδείξει εκείνους που θα σωθούν, θα το δείξει ο χρόνος.

Νομίζω, πάντως, ότι αν έχει απομείνει μια πιθανότητα να σώσουμε οι υπόλοιποι κάτι απ’ ό,τι σώζεται ακόμα, αυτή βρίσκεται στο να πιστέψουμε ότι δεν περνάμε κρίση και να φερθούμε αναλόγως, αρνούμενοι να γίνουν τα παιδιά μας σερβιτόροι, κι επιμένοντας να γίνουν πιανίστες. Με όποιο κόστος. Αυτή την επιστράτευση την καταλαβαίνω –όσο κι αν συναισθάνομαι το πόσο εξωπραγματική είναι.

Φοβούμαι, ωστόσο, ότι αν δεν το κάνουμε, τότε δεν θα έχουμε πάρει μέτρα ούτε για την άλλη κρίση, τη χειρότερη, αυτή που έρχεται. Γιατί, όπως στη μουσική, έτσι και στη ζωή, κάθε ρεσιτάλ έχει μπιζ. Και, μερικές φορές δυστυχώς, έχει και φινάλε.