Η μεγάλη απόδραση

by Sotos

Εξωρραϊσμένα δεσμά

Πηγή Εικονογράφησης: Αιχμή

Δεν μπορεί, η ζωή στη φυλακή θα πρέπει να έχει και τα ωραία της. Δεν έχω πάει, βέβαια, ώστε να… δικαιούμαι δια να ομιλώ. Είμαι, ωστόσο, σε θέση να φαντασθώ.

Τα σχέδια, λ.χ., μ’ έναν συγκρατούμενο για το πώς μπορεί ν’ αποδράσει κάποιος από εκεί θα πρέπει να είναι κάτι το πολύ ευχάριστο –αγχωτικό ίσως, αλλά ευχάριστο. Σπίθα η ελπίδα που θα γυρεύει να γίνει φλόγα, να φουντώσει. Η στιγμή θα πρέπει να βιώνεται ως άπειρη ευτυχία στην ψυχή. Δεν αποκλείεται δε να γεννηθεί με αφορμή τα σχέδια μια σπάνια φιλία, που ίσως αποδειχθεί πολύ καρποφόρα ένα γλυκό πρωινό…

Κατά τ’ άλλα, θα πρέπει η φυλακή να είναι σκέτη μαυρίλα. Αμελητέα εξαίρεση το να συμβεί να σου αρέσει, ας πούμε, κάποιο από τα φαγητά που σερβίρονται στην τραπεζαρία της, και ίσως να προσβλέπεις κιόλας στην προκαθορισμένη ημέρα του, ελλείψει άλλης διεξόδου. Ή να θεωρήσεις ευεργετικό για τη μέση σου το στρώμα στο κελί. Μέχρις εκεί όμως.

Μέσα, στο μεταξύ, θα έχει διαφόρων τύπων δεσμοφύλακες, με το ιδιαίτερο στυλ του ο καθένας –άλλο ο Στουρνάρας με τους φόρους, άλλο ο Βενιζέλος με τα υποβρύχια, το δικό του ο Γεωργιάδης με τα φάρμακα. Με τον καιρό αρχίζεις να τους ξεχωρίζεις τους δεσμοφύλακες τον έναν από τον άλλον· τους βλέπεις σιγά-σιγά τον καθένα τους με άλλο μάτι.

Συνέβη αυτό; Άρχισες να τους ξεχωρίζεις τους δεσμοφύλακες; Ε, μόλις συνειδητοποίησες ότι απέχει πολύ, ότι είναι μακριά η ημέρα που θα τους αποχαιρετήσεις, και ήδη συμφιλιώθηκες με την ιδέα. Σε λίγο θα έχεις καταφέρει να πιστέψεις ή ότι δικαίως βρίσκεσαι μέσα, ή ότι δεν γίνεται να αποδράσεις με τίποτε. Για να μην τρελαθείς, σου μένει μόνο να πείσεις τον εαυτό σου ότι έξω είναι τα ίδια και χειρότερα.

Και όταν πια τα πιστέψεις όλα τούτα και τα κάνεις δικά σου, έρχεται το πιο τρελό και απροσδόκητο. Θεωρείς ξαφνικά και πάλι ότι δικαιούσαι να βγεις αμέσως. Αυτή τη φορά ακριβώς επειδή πίστεψες ό, τι πίστεψες και κατάλαβες ό, τι κατάλαβες.

Θέλεις να βρεθείς εκεί όπου αξίζει να το δουν ότι τα πίστεψες και τα κατάλαβες εκείνοι που σ’ έστειλαν μέσα. Διότι ποιο το νόημα να τα έχεις πιστέψει, να τα έχεις καταλάβει, αλλά να μένεις φυλακισμένος; Ποιο το νόημα να έχεις καταλάβει και να πιστεύεις μέσα στη φυλακή όσα έχουν αξία μόνον έξω από αυτήν; Ποιο το νόημα να ενστερνισθείς την ποινή σου, να την εσωτερικεύσεις, και να την εκτίσεις πειθήνια και υπάκουα σ’ ένα μέρος όπου υπέρτατη αξία είναι η απόδραση, δηλαδή η άρνηση αυτών των πιστεύω στα οποία αναγκαστικά οδηγήθηκες εξαιτίας της;

Ίσως θα μπορούσες εναλλακτικά να υπομείνεις και να περιμένεις. Δεν σου έχει δοθεί όμως ρητή ημερομηνία, που θα βρεθείς στην έξοδο με τις κουβέρτες στη μασχάλη, ώστε να βρεις την ανακούφιση στην υπομονή. Ούτε έχεις εσύ μια Σόνια, να σε παρηγορεί η σκέψη ότι σε νοιάζεται εκείνη έξω από το κάτεργο.

Καθώς κλείνεσαι, λοιπόν, οριστικά πίσω από τα κάγκελα, βαφτίζεις εξίσου οριστικά ίδιο το μέσα με το έξω –πώς αλλιώς; Και κλειδωμένος πια για τα καλά, σε πείθουν περισσότερο από τους διπλανούς σου τότε οι δεσμοφύλακες. Δείχνουν αυτοί πιο αξιόπιστοι –μην ξεχνιέσαι: ανάμεσά τους κυρίως εκείνοι που κατάφερες να τους ξεχωρίζεις. Στα μάτια σου, οι άλλοι κατάδικοι γύρω νοιάζονται για την πάρτη τους, και μοιάζουν ύποπτοι. Συνηθίζεις κάθε μεσημέρι όλο και πιο πολύ κάθε φαγητό της φυλακής, και τα βράδια μαθαίνεις να βολεύεσαι στο σκληρό κρεβάτι.

Αν έχεις φθάσει σε αυτό το σημείο, νομίζω ότι απλώς σ’ έχουν βλάψει σοβαρά οι ανήλιαγοι κι υγροί τέσσερις τοίχοι. Καλά θα κάνεις στο εξής να προαυλίζεσαι περισσότερο, και ν’ αλλάξεις παρέες. Μένεις που μένεις μέσα, να μην τα ζήσεις τα ωραία της ειρκτής σου; Να μην έχεις στη στενή κι εσύ καλές στιγμές;

Πού ξέρεις οι στιγμές αυτές πού θα σε βγάλουν… Και πώς θα ξημερώσει κάποτε ένα γλυκό πρωινό;