Μια τραγωδία ζητάει κάθαρση

νέμεση

Ακόρεστη η αγάπη που τρέφω για το νέο άνθρωπο και ασίγαστη η πίστη μου στην ελπίδα που εκπροσωπεί, μου ανοίγουν αυτές διάπλατα τα μάτια, και μου αποκαλύπτουν σαν περίληψη όλης της ελληνικής τραγωδίας των ημερών μας το θάνατο του δεκαεννιάχρονου, που δεν είχε εισιτήριο, ξωπετάχτηκε με μια κλωτσιά στα πισινά, και βρέθηκε στο δρόμο, να πεθαίνει από εσωτερική εγκεφαλική αιμορραγία.

Τέλεια και σπουδαία περίληψη της όλης ελληνικής τραγωδίας των ημερών μας: Ο δεκαεννιάχρονος δεν έχει εισιτήριο, ξωπετάγεται με μια κλωτσιά στα πισινά, και βρίσκεται στο δρόμο, να πεθαίνει από ακατάσχετη εγκεφαλική αιμορραγία!

Θαυμάζω στη μικρότητά μου τις δυνάμεις του μυστηριώδους συγγραφέα που σκηνοθετεί με τέτοια ασύλληπτη και απαράμιλλη τέχνη τα γεγονότα. Και θα μείνει, φοβάμαι, για πάντα απροσπέλαστο για μένα πώς με μια χούφτα ανώνυμους επιβάτες, ένα μοιραίο οδηγό, ένα μοιραίο ελεγκτή, κι έναν από τους εκατοντάδες χιλιάδες άνεργους νέους στο ρόλο του τραγικού πρωταγωνιστή, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, κι ίσως σε ανύποπτο χώρο, καταφέρνει ο μέγας άγνωστος αυτός δημιουργός να διδάξει μια τραγωδία τόσο δηλωτική, τόσο μαρτυρική της πραγματικότητας στη χώρα μας, που θα έκανε να σκάσουν εν χορώ από τη ζήλεια τους όλα τα αλληγορικά πνεύματα του κόσμου.

Ναι, περίληψη, τέλεια και σπουδαία μίμηση της όλης ελληνικής τραγωδίας των ημερών μας: Ο δεκαεννιάχρονος δεν έχει εισιτήριο, ξωπετάγεται με μια κλωτσιά στα πισινά, και βρίσκεται στο δρόμο, να πεθαίνει από ακατάσχετη εγκεφαλική αιμορραγία. Δυστυχείς ηλικιωμένοι, απεγνωσμένοι, ακρωτηριασμένοι, θέλουν, προσπαθούν, προσφέρονται, αλλά είναι ανήμποροι να τον σώσουν, διότι ανένδοτες οι αρχές που προκαλούν την τραγωδία, τους περιφρονούν και τους κατηγορούν για συνενοχή. Οι αυτουργοί δεν εννοούν να διακόψουν το έργο –το έργο τ ο υ ς . Πρέπει να το φτάσουν στο τέλος. Πρέπει να τρέξει το αίμα. Μετά θα κατηγορήσουν –όσους χρειασθεί. Και θ’ ασχημονήσουν επάνω στο αίμα.

Αφήστε κατά μέρος τους κομπάρσους… Ο λαός καταλαβαίνει αμέσως το νόημα του έργου –άλλωστε, όπως όλα τα μεγάλα έργα, είναι και τούτο τόσο απλό, τόσο ευανάγνωστο: Ο δεκαεννιάχρονος δεν έχει εισιτήριο, ξωπετάγεται με μια κλωτσιά στα πισινά, και βρίσκεται στο δρόμο, να πεθαίνει από ακατάσχετη εγκεφαλική αιμορραγία.

Αιφνιδιασμένοι οι άρχοντες που κάθονται στην πρώτη σειρά της κερκίδας αντιλαμβάνονται ότι το κοινό έχει εννοήσει. Αφυπνίζονται, σημαίνουν συναγερμό κι επιχειρούν να παρέμβουν, να πάρουν το λόγο. Πανικόβλητοι, αρθρώνουν κουβέντες μπερδεμένες, αντιφατικές, ασύντακτες. Στη σκηνή καλούνται ενισχύσεις από διανοούμενους –ομοιδεάτες ως ομογάλακτους, διότι δεν υπάρχει χρόνος για δασκαλέματα. Πετούν αυτοί στον αέρα σαν έμπνευση της στιγμής τη λέξη «τζαμπατζής» –στην πραγματικότητα φθονούν τον άφθαστο σκηνοθέτη που μεγαλουργεί, και απλώνουν χέρι για ν’ αδράξουν και να κλέψουν μερίδιο από το στέφανο που του πρέπει, αλλά όπως όλοι οι μέτριοι δεν καταφέρνουν τίποτε περισσότερο από το να μιλήσουν παλι μόνο για τον εαυτό τους· καθώς δεν συνειδητοποιούν τις διαστάσεις του δράματος, δεν μπορούν να αρθούν στο μέγεθός του, και γελοιοποιούνται.

Να όμως που το εμβόλιμο αυτό κωμικό επεισόδιο πετυχαίνει να καθυστερήσει το έργο, και τούτο εξυπηρετεί τους άρχοντες που, στερούμενοι διαφυγής, επιχειρούν τουλάχιστον να κερδίσουν χρόνο, αφού και οι ίδιοι γνωρίζουν ότι μετά την κορύφωση, μετά το αίμα, αναμένεται η κάθαρση· και ότι αυτή τους περιλαμβάνει.

Αλλά η κάθαρση θα επέλθει όπωσδήποτε. Επιβάλλεται πάντα εδώ και αιώνες σε κάθε μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας –πόσο μάλλον σε μια τέτοια, που θέλει τον δεκαεννιάχρονο να μην έχει εισιτήριο, να ξωπετάγεται με μια κλωτσιά στα πισινά, να βρίσκεται στο δρόμο, και να πεθαίνει από ακατάσχετη εγκεφαλική αιμορραγία.