Ποιος τη διαβάζει…
by Sotos
Θρηνώ κάθε φορά που κλείνει ένα έντυπο, και τη μαρτυρία που ακολουθεί είπα να τη γράψω εγώ, επειδή δεν έχει ασχοληθεί κανένας μέχρι τώρα, και μάλλον δεν πρόκειται… Σκέτη, χωρίς συμβολισμούς, χωρίς φιοριτούρες, αλλά όπως ακριβώς την έζησα. Έτσι, για την Ιστορία…
Ήταν καλοκαιράκι, καλή ώρα. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ήταν ο Δημήτρης Δουρής, συνάδελφος, σήμερα στον Τύπο της Κυριακής, νομίζω. Καλό παιδί, ήξερε και τη δουλειά. Τηλεφώνημα σε απόγνωση ως συνήθως, αθυρόστομος ως συνήθως.
Είχε την ευθύνη έκδοσης της Ραδιοτηλεόρασης εκείνον τον καιρό (μαζί με τον Βεντίκο –άλλη ιστορία ολόκληρη αυτός…) και ήθελε να πάει διακοπές. Έλα όμως που δεν υπήρχε ψυχή να τον αντικαταστήσει… Πήρε, λοιπόν, να με ψαρέψει και να με ψήσει.
«Εντάξει, ρε Μήτσο», του είπα. Και την έκανε ο Δημητράκης για Ικαρία. Αμερόληπτος, που λέμε. Φάση ζάχαρη.
Η έκδοση της Ραδιοτηλεόρασης ήταν παιχνιδάκι. Προσθέστε και την περιφρόνηση που έτρεφα για κάτι «Τόλμη και Γοητεία» κ.τ.λ., οπότε έπεσε κοπίδι ζόρικο στην ύλη –ποιος τη διαβάζει… Αποτέλεσμα; Το περιοδικό έφυγε από τα γραφεία της Σύνταξης στη Μουρούζη για το Τυπογραφείο της Τυποεκδοτικής στον Περισσό, ακριβώς στην ώρα του. Ούτε στο Ακρωτήριον Κανάβεραλ τέτοια συνέπεια.
Ήσυχος-ήσυχος την άλλη μέρα, καθόμουν στο γραφείο του Δημητράκη, στοχαζόμουν και τον ζήλευα που δεν το είχα κόψει κι εγώ για κανένα νησί. Δεν γινόταν όμως, επειδή το απόγευμα έπρεπε να πάω στην εφημερίδα.
Κάποια στιγμή κουδουνίζει το τηλέφωνο. Το σηκώνω και ακούω μια κυρία, από τη χροιά της φωνής της μάλλον μιας κάποιας ηλικίας. Με έλούζε για δέκα λεπτά, και με πέρασε γενεές δεκατέσσερεις. Δεν μου εξηγούσε όμως με σαφήνεια, και δεν μπορούσα να καταλάβω περί τίνος επρόκειτο. Μόνο μπόλικη αγανάκτηση εισέπραττα, αγανάκτηση ανάμικτη με οργή κι επίπληξη, μαζί και κάτι μπερδεμένα για κάποιο πρόγραμμα λειψό…
Μαθαίνω στο μεταξύ από τα λεγόμενά της ότι είχε χάσει στη ζωή τα πάντα –άντρα, παιδιά, τα πάντα. Ότι ζούσε μόνη κι έρημη. Ότι μοναδική χαρά της ήταν που έρχονταν μια φορά την εβδομάδα κάτι άλλες κυρίες στο σπίτι, και τα κουτσολέγανε. Ότι και αυτές, απο όσο κατάλαβα, δεν τις πολυγουστάριζε κιόλας· ούτε κι αισθανόταν δα πως είχε κάτι κοινό μαζί τους, όπως μου εξομολογήθηκε –τουλάχιστον όχι κάτι περισσότερο από τη μοναξιά… Της την έδινε μάλιστα που όλο μιλάγανε οι λεγάμενες για τα τηλεοπτικά προγράμματα, ενώ η ίδια, όπως φρόντισε να διευκρινίσει, δεν έβλεπε καθόλου τηλεόραση.
Ε, στο σημείο αυτό τα ‘χασα πια για τα καλά, διότι κάποια στιγμή το είχα πιάσει το υπονοούμενο, ότι τη φρίκη την είχε φάει, που δημοσιεύθηκε το «Τόλμη και Γοητεία» κουτσουρεμένο από το απερίσκεπτο κοπίδι μου. Και απόρησα μέσα μου πραγματικά: τι την ένοιαζε στο κάτω-κάτω, αφού η ίδια δεν έβλεπε τέτοια πράγματα;
Για να ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου το μυστήριο, την ερώτηση της την έφερα όσο γινόταν πιο πλαγίως…
Μου εκμυστηρεύτηκε σε απάντηση ότι για να μην μένει στην απέξω, και για να μπορεί να παρακολουθήσει τις μουσαφίρισσες στις βεγγέρες που δεχόταν, διάβαζε, που λέτε, συστηματικά το πρόγραμμα της Ραδιοτηλεόρασης. Κι έτσι αισθανόταν κατάλληλα προετοιμασμένη, ώστε να συμμετέχει κι εκείνη στη συζήτηση. Ειδικά πια για εκείνο το «Τόλμη και Γοητεία»…
Αισθάνθηκα ξαφνικά πολύ άσχημα, και άρχισα τις δικαιολογίες: «δεν ήξερα», «έκανα λάθος, δεν θα επαναληφθεί, έχετε το λόγο μου, ζητώ ειλικρινά συγγνώμη, να, ξέρετε ότι..», και τέτοια.
Μόλις τ’ ακούει αυτά τα δικά μου, μπήζει τα κλάματα. Άλλος χαμός: βαλάντωμα και μαύρο δάκρυ, σας λέω! Είδε, φαίνεται, σε μένα ό, τι είχε χάσει στη ζωή.
Έκλεισε το τηλεφώνημα μ’ ένα σωρό δικές της γλύκες και άπειρες συγγνώμες, που δεν μου τις όφειλε, εδώ που τα λέμε.
Από κείνη την ημέρα, όποτε περνάω τα βράδυα από τη γειτονιά της, κάπου στην Κυψέλη, κοιτάζω τα παράθυρα στις πολυκατοικίες. Τότε, με πνίγει ένας κόμπος στο λαιμό, καθώς όλες τις φορές χωρίς εξαίρεση, βλέπω πάντα εκείνη την άγνωστη κυρία να βρίσκεται εκεί, πίσω από το πατζούρι, πλάι στο μισάνοιχτο φύλλο, μέσα από το μπαλκόνι. Να κάθεται στη φθαρμένη πολυθρόνα και να διαβάζει τη Ραδιοτηλεόραση. Μονάχη.
Αν ζει. Που, όσο κι αν το εύχομαι, έτσι που ήρθαν τα πράγματα, άλλο τόσο ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω.