Πριν μας νικήσει το παράπονο

by Sotos

πρώτο κλάμμα

ή όταν ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του για την κρίση

Όσο διαφέρουμε μεταξύ μας ο ένας άνθρωπος από τον άλλον, άλλο τόσο διέφεραν οι ζωές μας πριν από το μεγάλο πάθημα, και διαφορετικό ένα βίωμα έγινε αυτό για τον καθένα μας –για κάποιους δεν ξεμύτισε καν. Άλλοι σε τούτο τον κόσμο έχουν επιλογές, άλλοι δεν έχουν, κάποιοι δεν είχαν ποτέ, αλλοίμονο, μερικοί δεν είχαν άλλη τελικά… Διαφορετικοί, λοιπόν, οι άνθρωποι, διαφορετικά τα βιώματα, ένα όμως το όνομα: κρίση.

Όχι όμως μόνο μία αυτή στο μυαλό όλων, ούτε ένα το γιατί. Κι όσο πιο πολύ το επιτρέπει το στομάχι, τόσο πιο πολλές οι ορμήνιες για τη λύτρωση. Άλλους όρους βάζει ο ένας, άλλους ο άλλος, διαφορετικές οι αξιώσεις, οι προσδοκίες, διαφορετικοί και οι φόβοι –είπαμε, διαφορετικά τα βιώματα. Και σπάει αυτή η άτιμη η διαφορετικότητα το μέτωπο απέναντι στο πρόβλημα –για εκείνους που νοιάζονται.

Αισθάνονται τότε εκείνοι ότι τους προδίδει το μέτωπο, απαιτούν τα άμεσα ανακλαστικά της μαζικότητας και τους πιάνει το παράπονο.

Είναι διαφορετικό τούτο το παράπονό τους, το ξέρω, γιατί είναι πιο διαφορετικοί αυτοί. Και είναι και αυτή η διαφορετικότητα τους ένα δικαίωμα, ξέρετε· και μεγαλύτερη ομορφιά συνάμα.

Όμως, από του σημείου να υπερασπίζεται κανείς σε τέτοια καταιγίδα με τη στάση του ο ίδιος μόνος –ναι, ιερή μονάδα, αλλά μονάδα– το δικαίωμά του στη διαφορετικότητα, μέχρι το σημείο να εκφράζει και παράπονο για έλλειψη μαζικότητας στο προσωπικό του σάλπισμα, είναι μακρύς ο δρόμος ο αταξίδευτος ακόμα, και μια μονάχα δρασκελιά στο δρόμο το δικό του δεν είναι αρκετή, για να μας πλησιάσει τους υπόλοιπους.

Και τι νόημα έχει το παράπονο του καθενός, αν αυτός δεν τον διανύσει τούτο τον δρόμο τον αταξίδευτο και μεγάλο πρώτα όλον, ή έστω κάμποσο, με πλήθος να αθροίζεται από πίσω του στο πέρασμά του; Μόνος με το παράπονό του, τι ακριβώς γυρεύει μεσοδρομίς; Με ένα άλμα εσωστρεφές, να μας δείξει την έξοδο από την κρίση στο τέλος του ή μήπως ζητάει απλώς να προσχωρήσουμε οι πολλοί στο δικό του προσωπικό βίωμα;

Το παράπονο είναι κάτι το εύκολο. Είμαστε σε τούτο όλοι αυθεντία· μανούλες. Ασκούμαστε πάνω του ήδη από την πρώτη μας ανάσα. Βγαίνουμε μέσα από την κοιλιά της μάνας μας με το παράπονο στο στόμα. Με τη μαμή στο σύνολο οι δύο μας όλοι κι όλοι, κι εμείς ένα παράπονο αντί για καλημέρα, πριν καν γευτούμε από το βυζί το πρώτο-πρώτο γάλα. Γι αυτό και διατυπώνεται εύκολα, αγγίζει τον άλλον, και βρίσκει ακροατές αμέσως.

Προσκολλημένοι, λοιπόν, ο καθένας στο προσωπικό του βίωμα, καταλήγουμε τελικά να μας ενώνει το παράπονο –τι ειρωνία, ως και με εκείνους που δεν θα έπρεπε να έχουν κανένα. Κρίμα και δυστυχώς, διότι με αυτό και κινδυνεύουμε να μείνουμε στο τέλος. Όλοι, παραπονεμένοι και παραπονιάρηδες, αλλά πεισμένοι ότι το δικό μας είναι το σωστό, όμως χωρίς πρώτα να νιώσουμε πραγματικά τον άλλον, για να δούμε πού μας καλεί, θύμα κι εκείνος, πριν τον καλέσουμε οικοδεσπότες στα λημέρια μας.

Ασφαλώς, υπάρχει δίκηο και αλήθεια πέρα από τα βιώματα· δεν είναι όλα μόνο φαινόμενα και οπτική γωνία. Όταν όμως οι άλλοι δεν βλέπουν τα ίδια με εμάς ή δεν αγωνίζονται γι αυτά τα δίκαια και αληθινά, τότε τι μένει; Το παράπονο μένει, κι εμείς με το παράπονο.

Άλλη μια αναμενόμενη έκπληξη, και τότε μας νικάει: στα μάτια μας πια μόνο προδότες, από τη μία, και ο καθένας στον κόσμο του, από την άλλη, όλοι όσοι θα έπρεπε να ορθώνουμε το ανάστημα.

Δεν υπάρχουν, όμως, δύο πράγματα στα οποία να μπορούμε να τα βρούμε, ώστε να επιτύχουμε το απλό, να φιλιώσουμε τις διαφορές μας και να ενώσουμε τη διαφορετικότητά μας απέναντι στο πάθημα, όσοι τέλος πάντων το βιώνουμε ως τέτοιο; Δεν υπάρχουν, λοιπόν;

Ως ικέτης προσέρχομαι· αν δεν υπάρχουν δύο, ας συμφωνήσουμε τουλάχιστον σε τούτο: Να αντέχουν τις διαφορές μας εκείνοι που δεν αντέχουν πια καθόλου.

Αν δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε και σε αυτό, τότε πια δεν είμαστε διαφορετικοί και υπεροπτικά να μην κοκορευόμαστε· ούτε με φιλαυτία να λέμε το παράπονό μας, διότι είμαστε απλώς απάνθρωποι, ξένοι που βρήκαμε καλή κρυψώνα, και βγάζουμε γλώσσα στην άνεσή της, ένω έχουμε ήδη γίνει χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλλαλάζον.

Κι αν τούτο εδώ το τελευταίο σωστά ακούστηκε χριστιανικό, είναι δε και η ικεσία μου που ίσως το επιτείνει, πάντως με όσα είπαμε μην απατάσθε ότι χωράει εδώ ή ελαφρύνει κάτι η ελεημοσύνη.