Άη Βασίλης παρ’ (Αρείω) Πάγω

by Sotos

judge-santa

Μια ψυχή πονετική έκανε για τις γιορτές δώρο σε έναν αγαπημένο φίλο ένα μεροκάματο: θα ντυθεί Άη Βασιλης και θα φωτογραφίζονται μαζί του τα παιδάκια. Άνθρωπος αυτός κοινωνικά ευαίσθητος, εφεκτικός, μου το εκμυστηρεύθηκε με κάποια αγωνία, επιζητώντας να ανιχνεύσει την αντίδρασή μου. «Είναι το πιο γλυκό μεροκάματο. Να δίνεις χαρά στα παιδιά…», του είπα. Ανακουφίστηκε.

–Μόνο που… είμαι λιπόσαρκος, μου πρόβαλε σαν ένσταση.

–Ακριβώς σαν τον Άη Βασίλη δηλαδή, του αντέτεινα.

–Μα, δεν ήταν ο Άη Βασίλης παχύς;

–Πας καλά; Παχύς ο Άη Βασίλης; Μα, είναι ποτέ δυνατόν;

–Σωστά… Τότε… Πώς;

–Σάμπως, έρχεται από τον πάγο, μωρέ, τις παγωμένες λίμνες του Βορρά; Από την Καισάρεια έρχεται· το λένε και τα Κάλαντα. Δεν είναι όμως τώρα ώρα για ακεραιοφροσύνες. Είναι ώρα για μεροκάματο. Λεπτομέρειες άλλη φορά.

Τι σύμπτωση… Κι εγώ με τον Άη Βασίλη, χάρη στο μεροκάματο συστήθηκα. Ήταν μάλιστα το πρώτο μου, καθώς είχα αποκτήσει με αυτό τη δυνατότητα να δώσω την απαραιτητη προκαταβολή για τα Άπαντα των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων. Ο βιβλιοπώλης μου τα είχε φέρει όλα μαζί με τη μία. Πέντε μεγάλες, ασήκωτες σακούλες. Τις κατέβαζα από τον Πέμπτο στο Ισόγειο σε δόσεις, σε ένα κτίριο δίπλα στη Νομική Σχολή εκείνον τον καιρό, αλλά καθώς μετέφερα κάτω την τελευταία, με αιφνιδιασε ένας άγνωστος στην εξώπορτα ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να ζυγίζει στα χέρια του όσες είχα εναποθέσει εκεί στο μεταξύ. Ήταν έτοιμος να τις σηκώσει και… μην τον είδατε, κι αυτόν και τα Άπαντα. Με αντιλαμβάνεται όμως να καταφθάνω κουβαλώντας, καταλαβαίνει, τις παρατάει, σηκώνει τα χέρια ψηλά και αναφωνεί: «Είμαι Εφέτης!»

Να μην καμφθώ μπροστά σε ένα τόσο βαρύ τεκμήριο αθωότητας; «Είναι η εθνική μας κληρονομιά εγκαταλελειμένη, ομολογουμένως· ευτυχώς που βρεθήκατε εσείς εδώ, κύριε Εφέτα», του απήντησα. Τι να κάνω; «Ευχαριστώ, ευχαριστώ», μου ψέλλισε βιαστικά και εξαφανίστηκε. Πάνε πολλά χρόνια από τότε· σήμερα θα είναι Αρεοπαγίτης…

Λέει, λοιπόν, σε έναν από τους τόμους των εν λόγω Απάντων ο Άη Βασίλης: «Το απώτατο όριο της αδικίας είναι να νομίζει κανείς ότι είναι δίκαιος, ενώ είναι άδικος». Μέρες που είναι, το θυμήθηκα σήμερα με το χαράτσι και την απόφαση που έρχεται γάντι στο υπουργείο Οικονομικών. Αλλά… Ποιος είμαι εγώ να κρίνω Αρεοπαγίτες; Παλιά ναι. Παλιά υπήρχε ένας Βαμβέτσος, να γράψει: «Ο Άρειος Πάγος ηυτοκτόνησε». Τώρα, τι να γράψει; «Ηυτοκτόνησε και πάλι»; Πόσες φορές πια; Ή μήπως «δεν αναστήθηκε ακόμη»; Αυτά, πριν από το Πάσχα· τώρα έχουμε Χριστούγεννα.

Παρηγοριέμαι τουλάχιστον με τη σκέψη ότι, πάντως, δεν «ηυτοκτόνησε» ο Άη Βασίλης. Να μείνει και κάποιος με κάπα και περούκα στο πλευρό των αδυνάτων.