Στοιχειωμένη μειοψηφία

«…κανείς από τους τρεις δεν αποκαλύπτει για το μέγα αυτό θέμα Δικαίου κάτι περισσότερο σχετικά με τις προθέσεις του. Ως εκ τούτου οι κεκλεισμένων των θυρών διαβουλεύσεις των τριών έχουν το τεκμήριο μιας ένοχης παρασκηνιακής διευθέτησης, αναδίδουν μιαν αποφορά που βρομάει και όζει…»

Όση στάχτη κι αν πέσει στα μάτια, όσος κουρνιαχτός κι αν σηκωθεί, όσο κι αν φωνάζουν τα μίσθαρνα των καναλιών –η ένταση της φωνής τους έπεσε ξαφνικά στις επτά το απόγευμα της Κυριακής και άρχισε πάλι να ανεβαίνει καθώς έφθαναν καθησυχαστικά τηλεγραφήματα από τα εκλογικά κέντρα– ό,τι, λοιπόν, κι αν γίνει, μέσα, πίσω, πέρα, πάνω και κάτω από τη σκόνη, αμείλικτη θα στέκει απέναντι στην όποια κυβέρνηση κι αν συγκροτηθεί η Μεγάλη Εκκρεμότητα: το αλύτρωτο αίτημα για την απονομή της δικαιοσύνης.

Το πρόβλημα της Ελλάδας μας δεν είναι οικονομικό, είναι πρόβλημα Δικαίου. Ακόμη κι αν η υπό συγκρότηση κυβέρνηση διέθετε υπερφυσικές δυνάμεις και κατάφερνε χάρη σε αυτές να ανακόψει την καταστροφή της εθνικής οικονομίας και την απώλεια των εισοδημάτων, με αναπτυξιακά κονδύλια, με επενδυτικά κεφάλαια και δεν ξέρω κι εγώ με τι άλλο, όλα τους, βέβαια, προϊόντα αχαλίνωτης φαντασίας, ακόμη και τότε θα επικρέμονταν δαμόκλεια η μεγάλη εκκρεμότητα του Δικαίου. Για το βιασμό ηλικιωμένων, παιδιών, γονέων, εργαζομένων, εργατικών δικαιωμάτων, πάνω από όλα αυτά δε, εκείνου που έγινε σε βάρος της χώρας.

Χωρίς απονομή Δικαιοσύνης, δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε και καμιά βελτίωση –οικονομική ή άλλη. Η Δημοκρατία είναι ζήτημα Δικαιοσύνης και η Οικονομία είναι πια ζήτημα Δημοκρατίας. Ακόμη και στα προτεκτοράτα.

Κι αν η κατάφωρη αδικία που έγινε σε βάρος μας από το Εξωτερικό μπορεί ακόμη να λανθάνει μέσα στην αχλύ μιας δήθεν ρεαλιστικής αδυναμίας απέναντι στο δίκαιο του ισχυροτέρου –όχι όμως για πολύ– στο εσωτερικό της χώρας καμία προοπτική δεν μπορεί και δεν πρόκειται να ανατείλει, αν προηγουμένως δεν αποκατασταθούν οι σχέσεις δικαίου, που συνθέτουν την πραγματική έννοια της παραγωγικής δύναμης σε μια σύγχρονη οικονομία. Είναι θεώρημα κεκτημένο, από καιρού αμετάκλητο και δεν μπορεί να το αλλάξει καμιά τρόικα –εκεί ακριβώς προσκρούει και το σχέδιό της. Εκεί ακριβώς η χώρα καταγράφει τα απελπιστικά μεγέθη της οικονομικής της κατάστασης.

Αυτό το ρήγμα δικαίου είναι τόσο μεγάλο και κραυγαλέο, που όλα τα επί μέρους έχουν πια συμπυκνωθεί συγκεφαλαιωτικά στο απαρασάλευτο, μη διαπραματεύσιμο, απερίσπαστο αίτημα του να κάτσουν οι υπαίτιοι στο σκαμνί. Και σε αυτό το σημείο τα πράγματα είναι απλά:

Πρώτον, αυτό το αίτημα δεν περιλαμβάνεται στις λεγόμενες «7 θέσεις» της Δημ.Αρ., ούτε καν σε κάτι διασταλτικού τύπου αφηρημένες αοριστολογίες της.

Δεύτερον, ο πρόεδρος του Πα.Σο.Κ. συμπεριέλαβε στις λίστες και τον προκάτοχό του στο υπουργείο Οικονομικών και τον προκάτοχό του στην αρχηγία του κόμματος, μολονότι, αντιστοίχως, ο ένας δεν επανεξελέγη ούτε στις προηγούμενες των επαναληπτικών εκλογών, ενώ ο δεύτερος τοποθετήθηκε και πάλι στο παπανδρεϊκό προπύργιο της Αχαΐας, όπου αρχικά είχε μόλις εκλεγεί οριακά, μη έχοντας ανάγκη το σταυρό προτίμησης ως πρώην πρωθυπουργός. Αυτά τα δύο πεπραγμένα τα λένε όλα.

Τρίτον, ο αρχηγός της Ν.Δ., στην παραζάλη ενός προσωπικού και οικογενειακού γδικιωμού έχει καταστεί ήδη δέσμιος των δύο προαναφερθέντων φιλοκυβερνητικών δυνάμεων, μεταξύ άλλων δεσμοφυλάκων.

Τέταρτον, επειδή ουδείς εκ των τριών αποκαλύπτει για το μέγα αυτό θέμα Δικαίου κάτι περισσότερο σχετικά με τις προθέσεις του, οι κεκλεισμένων των θυρών διαβουλεύσεις τους έχουν επ’ αυτού το τεκμήριο μιας άκρως ύποπτης κι ένοχης παρασκηνιακής διευθέτησης.

Έτσι, το μέγα ρήγμα δικαίου θα πλανάται σαν φάντασμα πάνω από την Ελλάδα και σε χαμηλό ύψος, μέχρις ότου βρει δικαίωση και λυτρωθεί. Κάτω από τη σκιά του και το βάρος της, όλα όσα συνέθεταν επί δυόμιση χρόνια μια τραγωδία, τώρα πια θα συνθέτουν επιπλέον μια πολύ κακόγουστη και οδυνηρή φάρσα. Όλοι, πλην πολιτικά αυτιστικών, θα περιμένουν κάθε μέρα με περισσότερη αγωνία πότε θα τελειώσει επιτέλους –ανάμεσά τους ακόμη και υποβολείς, πιθανόν δε και κάποιοι ομοτράπεζοι συνδαιτημόνες.

Το εκλογικό αποτέλεσμα έδωσε την κυβέρνηση που έδωσε. Η πλειοψηφία όμως των συνειδητοποιημένων θυμάτων του ρήγματος δικαίου είναι αντικειμενικά μεγαλύτερη, είναι απόλυτη. Και καμιά μειοψηφία δεν μπορεί να επιβάλλει τίποτε σε μια τέτοια πλειοψηφία, πόσο δε μάλλον μια λήθη δικαίου. Ούτε καν στην περίπτωση που θα ήταν ακόμη και η ίδια μια πραγματική κυβερνητική πλειοψηφία. Ίσως, να μπορούσε να επιβάλλει πολλά πράγματα, έστω ως μειοψηφία, εφ’ όσον θα ήταν δημοκρατικά νομιμοποιημένη, μόνο, όμως, αν είχε το αίσθημα δικαίου με το μέρος της. Το αίσθημα δικαίου, ωστόσο, παραμένει αλύτρωτο. Και τη στοιχειώνει.