Ο δόκτωρ του χάους

«…άνεση χώρων, ζηλευτή συλλεκτική εμφάνιση…κάθε τόσο ζήταγε διάφορα ανταλλακτικά. Έκαιγε επίσης πολύ βενζίνη…»

Αφιερωμένο στον Νίκο και τον Θοδωρή που μου φτιάχνουν το αυτοκίνητο και ξέρουν και από καλές αντίκες· νάναι καλά οι άνθρωποι.

Ήταν κάποτε ένα αυτοκίνητο, καλό αυτοκίνητο, παληό, αλλά καλό. Όπως όλα τα παληά καλά αυτοκίνητα ήταν γερή κατασκευή, είχε δυνατή μηχανή, άνεση χώρων, ζηλευτή συλλεκτική εμφάνιση, αλλά χαμηλές επιδόσεις. Είχε επίσης μεγάλες και βαθειές φθορές και άρα ανάγκη εκτεταμένης φανοποιίας. Όπως συμβαίνει, κάθε τόσο ζήταγε διάφορα ανταλλακτικά. Έκαιγε επίσης πολύ βενζίνη.

Πίσω του, στο δρόμο, έσερνε με κοτσαδόρο διάφορα ρυμουλκούμενα οχήματα: τροχόσπιτα, τροχοβίλες, τσαντήρια, μπαγκαζιέρες, ποδήλατα, μοτοσυκλέτες, καρότσες, άλλες ανατρεπόμενες, άλλες όχι, ψυγεία, βυτία, πλατφόρμες με σκάφη, με λυόμενα, κάδους με απορρίμματα, μπετονιέρες, εκσκαφείς, περονοφόρα, ψεκαστικά, λεωφορεία, πούλμαν, σχολικά, τρίκυκλα, πατίνια, σκέιτμπορντς, τζετ σκι, ό,τι μπορείτε να φαντασθείτε, περίπου ό,τι κατ’ αναλογίαν αποτελεί μια ολόκληρη χώρα για τις ανάγκες και τις επιθυμίες της.

«…κάποια καλές κατασκευές και κάποια μόνο μόστρα και φιγούρα, με ή χωρίς φασαριόζικες εξατμίσεις…»

Ακόμη πιο πίσω ακολουθούσαν διάφορα άλλα οχήματα. Ορισμένα από αυτά επιδίωκαν με μεγάλη, όπως καταλαβαίνετε, δυσκολία να προσπεράσουν, ορισμένα άλλα είχαν μείνει πολύ πίσω, άλλα –σχεδον σακαράκες– είχαν ανάγκη από σοβαρότερες επισκευές κι έβγαιναν στα Σ.Ε.Ο. ή στα πιτς. Και κάποια, που τελικά προσπερνούσαν, το επιτύγχαναν μόνο περιστασιακά, διότι όλο αυτό το ρυμουλκούμενο καραβανσεράι κατάφερνε, παρακαλώ,  να τα ξαναπροσπερνάει. Μπροστά, βέβαια, προπορεύονταν άλλα, πιο σύγχρονα, πιο γρήγορα, κάποια καλές κατασκευές και κάποια μόνο μόστρα και φιγούρα, με ή χωρίς φασαριόζικες εξατμίσεις. Όχι όμως σε απόσταση, διότι τηρούσαν λίγο-πολύ όλοι το όριο ταχύτητας.

Στο τιμόνι του δικού μας αυτοκινήτου ήταν ένας, σχετικά άπειρος και κάπως ευτραφής οδηγός που δεν βολευόταν καλά στο κάθισμα, ή μάλλον δεν χώραγε καθόλου, πράγμα που τον δυσκόλευε στις απαραίτητες μανούβρες, ακόμη και σε στοιχειώδεις κινήσεις. Κι έτσι, κάτι ο οδηγός, κάτι το αυτοκίνητο, κάτι το καραβανσεράι, σε κάθε στροφή έφευγε καμμιά καρότσα, γρατσουνίζονταν τα τροχόσπιτα, απασφάλιζε κάποιο ανατρεπόμενο και χυνόταν το φορτίο, άλλαζαν τα υπόλοιπα λωρίδες από τη φυγόκεντρο και παλι ξανάμπαιναν στη λωρίδα τους, διώχνοντας τα άλλα· από ψηλά η εικόνα ήταν τραγελαφική: νόμιζες ότι στο δρόμο εκινείτο μια ατέλειωτη μεθυσμένη σκουληκαντέρα.

«…έλεγαν ότι τα τζάμια χρειάζονταν ένα καθάρισμα…»

Δίπλα στον οδηγό καθόταν ένας που ήθελε να πάρει αυτός το τιμόνι. Έσπρωχνε και τράβαγε τον οδηγό, φώναζε, άστραφτε και βρόνταγε, σήκωνε το χειρόφρενο, πάταγε τα κουμπιά, το διακόπτη για τους υαλοκαθαριστήρες, έβρεχε τα τζάμια, άναβε τα φώτα, τα μεγάλα, της ομίχλης, τα έσβηνε, μετακινούσε το κάθισμα, άλλαζε τους καθρέφτες, χειροδικούσε, έκρυβε τα όργανα του ταμπλό, εκτός εαυτού. Στο πίσω κάθισμα ακόμη χειρότερη κατάσταση. Σχεδόν οι μισοί από τους μισούς επιβάτες που κάθονταν από την πλευρά του οδηγού προσπαθούσαν να τον προστατεύσουν για τη δική τους ασφάλεια κι έκαναν τα πράγματα χειρότερα, άλλοι προσπαθούσαν να πάρουν οι ίδιοι το τιμόνι. Άλλοι τόσοι συνεπιβάτες στην άλλη μεριά έκαναν τα ίδια με τον συνοδηγό, όπως και μεταξύ τους και με τους άλλους. Επιπλέον, κάποιοι ήταν στον κόσμο τους κι έλεγαν ότι τα τζάμια, εδώ που τα λέμε, χρειάζονταν ένα καθάρισμα. Κάποιοι άλλοι ζητούσαν επίμονα να ανοίξουν τα παράθυρα. Ορισμένοι είχαν φθάσει στο σημείο να ζητούν να ανοίξουν οι πόρτες. Πίσω όλοι πάταγαν την κόρνα. Ούτε τρελοκομείο…

Τελικά, με μια πονηρή λαβή ο συνοδηγός κατάφερε κι έβγαλε από τη θέση του τον οδηγό και πήρε αυτός το βολάν στα χέρια του. Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια της πάλης το αυτοκίνητο είχε αρχίσει να βγαίνει τελείως εκτός ελέγχου, η σκουληκαντέρα είχε αρχίσει να γίνεται σαν τρίχα κατσαρή, τα τελευταία ρυμουλκούμενα είχαν βγει τελείως έξω από το δρόμο, προς τα δεξιά στη μια πλευρά και προς τα αριστερά στην άλλη, ο νέος οδηγός άρχισε κάτι αλλοπρόσαλλα ανάποδα τιμόνια, πάταγε μαζί γκάζι και φρένο, τράβαγε από συνήθεια το χειρόφρενο, μετά το άφηνε, έβαζε πάλι να δουλεύουν οι υαλοκαθαριστήρες, μετά τους σταμάταγε, πίεζε συνεχώς την κόρνα, ανοιγόκλεινε τα παράθυρα, μετά ανοιγόκλεινε τις πόρτες, έβαζε δυνατά το ραδιόφωνο, που άλλαζε αυτόματα σταθμούς γιατί ήταν χαλασμένο, έβαλε ταυτοχρόνως κι ένα cd, έθεσε σε λειτουργία το GPS με τις φωνητικές οδηγίες –νομίζω με τη φωνή του Λαζόπουλου, αλλά δεν είμαι απόλυτα βέβαιος– άρχισε να καλεί κόσμο, γνωστούς και αγνώστους, στο κινητό τηλέφωνο, μιλούσε πότε σπαστά Ελληνικά, πότε ξένες γλώσσες, άλλοτε σε ανοικτή και άλλοτε σε κλειστή ακρόαση, έστελνε sms και mms που του αποσπούσαν την προσοχή από το δρόμο, κοίταγε μια ταμπλέτα Ηλεκτρονικού Υπολογιστή αντί να κοιτάει μπροστά του, χαιρετούσε κάτι περαστικούς που νόμιζε ότι τον θαύμαζαν ως οδηγό, και όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως! Σε κάποια στιγμή έβγαλε και το πόδι έξω λες και υπήρχε μαρσπιές και τελικά το αυτοκίνητο ξέφυγε τελείως από τον έλεγχο και τράκαρε σφοδρότατα, μετωπικά με μια πάρα πολύ μεγάλη, υπερπαραφορτωμένη θηριώδη νταλίκα, που ερχόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα από το αντίθετο ρεύμα, όπως γίνεται στους αυτοκινητοδρόμους. Τα ρυμουλκούμενα οχήματα έπεσαν κι αυτά το ένα πάνω στο άλλο και όλα μαζί έπεσαν με μεγάλη δύναμη και απίστευτη ορμή πάνω στο αυτοκίνητό μας που, όπως αντιλαμβάνεσθε, έγινε φάλτσα φυσαρμόνικα, κλειστό ακκορντεόν -πώς το λένε στα κανάλια; Άμορφη μάζα σιδερικών.

«…ένας άλλος αποσπούσε από το καθήκον τους τις νεαρές νοσηλεύτριες…»

Ήρθε το ασθενοφόρο, πήρε κόσμο και κοσμάκη και τον πήγε στο νοσοκομείο. Άλλους βαρειά τραυματισμένους, άλλους ελαφρύτερα. Εκεί σε λίγη ώρα γινόταν πραγματική κοσμοχαλασιά. Οι γιατροί έτρεχαν και δεν έφταναν. Άλλος είχε χτυπήσει στο συκώτι που όμως ήταν επιβαρημένο από το άσωτο ποτό και τις μπόμπες, άλλος στο πόδι όπου ένα παληό κάταγμα επιδείνωνε την κατάσταση, άλλος στο κεφάλι, άλλος στη σπονδυλική στήλη, ένας υποχόνδριος φιλάσθενος έφραζε το διαδρόμο των τραυματιοφορέων μ’ ενα αναπηρικό καροτσάκι, που το είχε ιδιοποιηθεί θεωρώντας ότι θα τον εξυπηρετούν με αυτό καλύτερα, άλλος έπαθε κι έμφραγμα από πάνω, άλλος που μάλλον δεν είχε τίποτε ψέλλιζε κάτι ακατάληπτα λόγια και περίμενε έξω από το νευρολογικό, ενώ ο ψυχίατρος ήταν έξω από το γραφείο του και προσπαθούσε να επιβάλλει την τάξη, άλλος που θα μπορούσε κάλλιστα να σωθεί από τα τραύματα, διαγνώσθηκε με προχωρημένη, υποτροπιάζουσα κληρονομική ασθένεια και οι γιατροί τον είχαν εγκαταλείψει, παρόλο που βογκούσε πολύ δυνατά και εκλιπαρούσε, μια ζητώντας βοήθεια και μια βλαστημώντας, άλλος, ένας πορνόγερος, πείραζε τις νοσοκόμες, άλλος αποσπούσε από το καθήκον τους τις νεαρές νοσηλεύτριες επειδή έπασχε από πριαπισμό, χαμός σας λέω, Βαβυλωνία εις τον κύβο. Οι ελαφρύτερα τραυματισμένοι αρνούνταν να παραμείνουν στο κρεββάτι και καυγάδιζαν περιφερόμενοι με τους ορούς στους διαδρόμους, άλλοι ζητούσαν την Προϊσταμένη, άλλοι ζητούσαν τηλεόραση, άλλοι, άσχετοι, μπλέκονταν με ασθενείς κι επισκέπτες για να αφήσουν κάρτες ενοικίασης τηλεοράσεων, άλλοι κουβαλούσαν τις πάπιες σιχτίροντας τις νυκτερινές, άλλοι έβλεπαν τις πάπιες και προέβαλλαν ενστάσεις που δεν επιτρέπονταν τα κατοικίδια, άλλοι έπαιζαν με τους επιδέσμους ή καταβρέχοντας ο ένας τον άλλο με αντισηπτικό που ήταν δωρεάν, άλλοι ρωτούσαν πότε θα σερβιρισθεί το φαγητό και ζητούσαν διευκρινίσεις για το τι προέβλεπε το μενού, άλλοι διαμαρτύρονταν για την άνοστη γεύση του φαγητού και το μέγεθος της μερίδας, οι τραπεζοκόμες τάριχναν στην εταιρεία που ειχε αναλάβει το κέτερινγκ, άλλοι είχαν στριμωχθεί έξω από τα χειρουργεία, επειδή είχαν ακούσει ότι μέσα ήταν κάποιος δικός τους, άλλοι προσπαθούσαν να προβούν σε καταγγελίες προς το υπουργείο από θάλαμο με τηλεκάρτα, που όμως ήταν κατειλημμένος από έναν μελαμψό που δεν τους γέμιζε το μάτι, άλλοι διερευνούσαν την πιθανότητα αποκλειστικής, ένας άλλος έλεγε ότι ήξερε ρώσικα και μπορούσε να συνεννοηθεί με μια γνωστή κυρία, πολύ ικανή που θα μπορούσε να βοηθήσει και γνώριζε ελληνικά, χωρίς να μας εξηγεί για ποιό λόγο είχε σημασία που ο ίδιος μιλούσε τα Ρώσικα, άλλοι τα είχαν βάλει με το Λοβέρδο στην οθόνη, απειλώντας να σπάσουν την τηλεόραση που είχαν ενοικιάσει, έπαιρναν πάλι τηλέφωνα νυχτιάτικα στο υπουργείο και στα κανάλια και τάβαζαν με τις τηλεφωνήτριες, απερίγραπτος χαμός, σουρρεαλιστικός πανζουρλιζμός. Ωχριά ο Ζακ Τατί.

«…καφετζούδες, χαρτορίχτρες, αστρολόγοι από τον κάτω όροφο είχαν ανέβει επάνω…»

Στον πάνω όροφο, σε κωματώδη κατάσταση ήταν η κόρη όλων αυτών, γιατί η πατρίδα δεν είναι μάνα, είναι κόρη… Εκεί επικρατούσε λίγο-πολύ η ίδια κατάσταση, δηλαδή συγγενείς, φίλοι, μικροτραυματίες, θρασείς, χασομέρηδες, θαρραλέοι και περίεργοι εγκαυματίες, καφετζούδες, χαρτορίχτρες, αστρολόγοι από τον κάτω όροφο που είχαν ανέβει επάνω, άλλοι με το ασανσέρ και άλλοι με τις σκάλες, πάντοτε όμως με πολύ φασαρία. Παρευρίσκονταν επίσης η Διοίκηση του νοσοκομείου, αρκετοί καθηγητές-ιατροί, επιμελητές Α’ και Β’, ειδικευόμενοι, φοιτητές και φοιτήτριες της ιατρικής και άλλων τεχνών κι επιστημών, μαθητευόμενοι μάγοι, εμπειροτέχνες, δοκησίσοφοι, κομπογιαννίτες κι ένας άνθρωπος του ασθενοφόρου, ο οποίος ρωτούσε επίμονα κάθε τρεις και λίγο πότε θα πληρωθεί και από ποιόν.

Όλοι προσπαθούσαν να βάλουν διάγνωση και να υποδείξουν θεραπεία. Ένας είπε πως ματαιοπονούμε, διότι το πρόβλημα βρίσκεται στο στομάχι επειδή η ασθενής έτρωγε πολύ, ένας άλλος του είπε να το βουλώσει και να κοιτάξει τη δική του την κοιλιά, ένας άλλος είπε ότι φταίει η ουροδόχος κύστη ή τουλάχιστον έτσι ερμήνευσαν τα λόγια του οι γιατροί, οι οποίοι κατάλαβαν ότι δεν είναι συνάδελφός τους και υπέθεσαν ότι μάλλον αυτό θα εννοούσε όταν τον άκουσαν να λέει ότι έσκασε η φούσκα της. Ένας άλλος έλεγε ότι αφού δεν υπάρχει σάλιο, πρέπει να την κοιτάξει επειγόντως ενδοκρινολόγος. Ένας άλλος είπε να μη βγάζουμε χολή και σε αυτό ακριβώς το σημείο άρχισαν να διαπληκτίζονται οι καθηγητές για το εάν ενοχοποιείται το πάγκρεας και η χοληδόχος και κατά πόσον θα πρέπει να αφαιρεθεί οπωσδήποτε κάτι από τα δύο.

Κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι πρέπει να μεταφερθεί στην Αμερική και άρχισαν να μαλώνουν με εκείνους που έλεγαν ότι θα ήταν προτιμότερο να πάει στη Γαλλία. Και οι δύο, πάντως, είχαν κάποια απροσδιόριστη σχέση με τη Γερμανία –νομίζω οδηγούσαν ο ένας Mercedes και ο άλλος BMW που είχαν όμως πάθει μεγάλες ζημιές στο μεγάλο τρακάρισμα. Α, και είχαν και από ένα θείο μετανάστη εκεί ή στο Βέλγιο, δεν θυμάμαι με ακρίβεια. Από κάποιον ακούστηκε κάτι για Ιταλία ή Ισπανία, αλλά πνίγηκε στις υπόλοιπες φωνές και προστέθηκε μέσα στην γενική οχλαγωγία.

«…ένας ιερέας σύστηνε καταλλαγή…»

Κάθε τόσο η ασθενής μισάνοιγε το ένα μάτι και βογγούσε απελπισμένα και τότε όλοι αναθάρρευαν, λέγοντας ότι μάλλον θα ζήσει, «να, ορίστε, βγαίνει από το κώμα». Μόλις άνοιγε το μάτι αμέσως πεταγόταν ο άνθρωπος του ασθενοφόρου που ανησυχούσε για τα χρήματά του. Ομοίως ανησυχούσε και η Διοίκηση του νοσοκομείου η οποία δεν ήθελε να δαπανήσει φιάλες από την τράπεζα αίματος και είχε επινοήσει ένα σύστημα αφαιμαξομετάγγισης που έδινε αίμα από τη μια μέρια, ενώ το έπαιρνε πίσω από την άλλη σε μοιραία δυσαναλογία σε βάρος της ασθενούς. Ένας άλλος έλεγε ότι δεν είναι κατάσταση αυτή και ότι πρέπει να αντικατασταθεί αμέσως ο Διοικητής κι εκείνος οργισμένος του αντέτεινε απότομα να πάψει να τα λέει αυτά γιατί, αν θέλει να μάθει, του κάνει χάρη που την κρατάει, παρόλο που το νοσοκομείο χρειάζεται το κρεββάτι και κανονικά θα έπρεπε να τη διώξει. Κάποιοι, ακούγοντας αυτό, σκιάχτηκαν, αλλά γρήγορα άρχισαν να φωνάζουν οι άλλοι που κατηγορούσαν τον ορθοπεδικό για φασίστα, όταν για κάποιο λόγο αυτός ξεστόμισε ότι θα πρέπει να μπει στο γύψο. Τέλος, κάποιος άρχισε να λέει ότι θα πρέπει να συμβουλευθούμε τον Ιπποκράτη, που είναι και Αρχαίος ημών πρόγονος, αλλά τον είπαν Δωδεκαθεϊστή κι έτσι δεν ξαναμίλησε καθόλου. Πιο κει ένας ιερέας σύστηνε καταλλαγή και όλοι υποπτεύθηκαν βάσιμα ότι είναι βαλτός του Διοικητή, επειδή ήταν ο εφημέριος του νοσοκομειακού παρεκκλησίου. Άρχισε τότε κι εκείνος να προσεύχεται για όλο τον κόσμο και, αφού πήγε στον κάτω όροφο για έρανο, επέστρεψε με ένα νηστήσιμο σάντουιτς, φορτωμένος σαν τους ρακοσυλλέκτες και εναπέθεσε την πραμάτεια του, προσθέτοντας το μπόγο στο αδιαχώρητο.Ένας ημιονηγός από τα παληά, που Κύριος οίδε πώς βρέθηκε εκεί, άρχισε να λέει με κοφτό στόμφο ότι χρειάζεται ανάσα και γι αυτό θα πρέπει να ανοίξουν τα παράθυρα. Τότε, ένας αλλοδαπός πνευμονολόγος, που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο όταν τράκαραν, θυμήθηκε τι είχε συμβεί πριν από τη σύγκρουση, θεώρησε γι αυτήν και το συμβάν υπεύθυνα τα παράθυρα και αυστηρότατα απαγόρευσε να τα ανοίξουν.

«…ήδη πενθούσαν μελανειμονούσες…»

Το πανδαιμόνιο δεν είχε τελειωμό. Ούτε καν στην καφετέρια του νοσοκομείου, όπου κάποιοι εύποροι ήδη πενθούσαν και για να το ξεπεράσουν έτρωγαν κι έπιναν πολύ θλιμμένοι –σχεδόν μελανειμονούντες και σχετλιαζόμενοι. Κάποιες ελαφρόμυαλες βρήκαν ευκαιρία να ρίξουν χαχανίζοντας μια ματιά σ’ ένα μικρό μαγαζάκι με φυτά και δώρα που υπήρχε στο ισόγειο, μια και το νοσοκομείο διέθετε και Μαιευτική Κλινική. Ένας άλλος προσπαθούσε κορνάροντας κι αυτός να παρκάρει το αυτοκίνητό του στο πάρκινγκ του νοσοκομείου, για να μην πάθει καμιά ζημιά το πολύτιμο απόκτημά του μέσα σε όλη αυτή τη γρουσουζιά, δεδομένου ότι γλίτωσε από θαύμα το μεγάλο τρακάρισμα και κόντεψε να έρθει στα χέρια με τον ιδιωτικό σεκιουριτά, επειδή δεν ήθελε να πληρώσει το αντίτιμο, αφού, όπως έλεγε, είναι δημόσιο νοσοκομείο. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο έβριζε παράλληλα και τους ιδιώτες και το Δημόσιο. Ένας άλλος κλωτσούσε και μούτζωνε το ΑΤΜ, που δεν δούλευε, διερωτώμενος τι δουλειά έχει ένα τέτοιο μηχάνημα σε νοσοκομείο και απορούσε γιατί δεν έχει χρήματα.

Στο θάλαμο, κάθε τόσο η ασθενής μισάνοιγε πάλι το ένα μάτι και βογγούσε απελπισμένα και τότε πάλι όλοι αναθάρρευαν, λέγοντας ότι μάλλον θα ζήσει, «να, ορίστε, βγαίνει από το κώμα». Αμέσως πεταγόταν σαν ελατήριο ο άνθρωπος του ασθενοφόρου που ανησυχούσε για τα χρήματά του. Μετά η ασθενής έκλεινε πάλι τα μάτια και αυτός γύρναγε στην παρέα που είχε αποκτήσει στο ενδιάμεσο: τον οδηγό του γερανού που έπρεπε να καθαρίζει το δρόμο από τα συντρίμμια, ενώ είχε έρθει με το γερανό και μάλιστα είχε κλείσει με αυτόν και την είσοδο των Εξωτερικών Ιατρείων. Και φλυαρούσαν αποστασιοποιημένοι για διάφορα δικά τους σχετικά με τις κακοτοπιές της ασφάλτου και τέτοια αιματηρά παραλειπόμενα.

«…αμίλητος καθόταν ο Ντόκτορ Χάους…»

Πιο κει αμίλητος καθόταν ο Ντόκτορ Χάους και σκεφτόταν, με το χαρακτηριστικό στυλ του, εκείνο που ξέρουμε μόνο εμείς οι τηλεθεατές –όσοι τον παρακολουθούμε τον πιάνουμε αμέσως γιατί το στυλ του σημαίνει πως τίποτε από όλα αυτά δεν πείθει επιστημονικώς. Καθόταν, λοιπόν, και σκεφτόταν εκείνο που είχε μάθει νεράκι στη Σχολή και είχε πιστοποιήσει στην πράξη όλα αυτά τα χρόνια ασκώντας την τέχνη του, συμμένος πάνω σε ανθρώπους κλινήρεις από λογής-λογής αινιγματικά συμπτώματα και μυστηριώδη σύνδρομα, που, όμως, τα προκαλούσαν απλές και τετριμμένες ασθένειες, καταγεγραμμένες με αφοπλιστική σαφήνεια σε μικρά, υπαρκτά κεφάλαια του βιβλίου: «Ό, τι είναι να κάνεις ως γιατρός, να το κάνεις ήσυχα, ήρεμα, σταθερά κι επιδέξια, χωρίς να αποκαλύπτεις τα περισσότερα από αυτά. Κι όποτε χρειάζεται, να ενθαρρύνεις τον ασθενή σου με κάτι εύθυμο και σε πολύ χαμηλούς τόνους, ανακουφίζοντας τον και μετριάζοντας την ανησυχία του, φροντίζοντας αυτή να μην εντείνεται. Όταν απαιτείται, να είσαι με πολύ προσοχή μια ιδέα πιο αυστηρός, πάντα όμως χωρίς να αμελείς την υποχρέωσή σου να παρηγορείς στοργικά τον άρρωστο και μάλιστα με διαπιστώσιμη επιτυχία και σίγουρο αποτέλεσμα. Και να μην αποκαλύπτεις ποτέ λεπτομέρειες ούτε για τη νόσο, ούτε για την εξέλιξή της ή το στάδιο στο οποίο αυτή βρίσκεται, διότι έχει αποδειχθεί ότι όποτε έγινε αυτό, ο ίδιος ο ασθενής οδήγησε τα πράγματα ανεπιστρεπτί σε βάρος της υγείας του. Και να μην λησμονείς ότι δεν πρέπει να φθάσεις σε μια κατάσταση την οποία δεν αναστρέφουν πια τα φάρμακα, αφού τότε θα πρέπει να γίνει εγχείρηση. Και με τίποτε μη φθάσεις σε μια κατάσταση που δεν θα γιατρεύει πλέον ούτε η εγχείριση, διότι τότε θα πρέπει να γίνει ακρωτηριασμός και μερικός ή και ολικός καυτηριασμός και, προς Θεού, ποτέ μη φθάσεις σε μια κατάσταση που ούτε αυτό θα βοηθήσει, γιατί τότε, όπως εμείς οι γιατροί καλά γνωρίζουμε, η ασθένεια μας θα έχει γίνει ήδη ανίατη».