Τα φυλάκια και τα φιλάκια

Στην Ν.Π.

Αύριο, πρώτη μέρα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, τα παιδιά εξετάζονται στη Νεοελληνική Γλώσσα. Θυμάμαι με την ευκαιρία και με ανάμεικτα συναισθήματα τα χρόνια μου στα θρανία.

Πρωτοπάτησα το πόδι μου στο σχολείο την πρώτη χρονιά της Επταετίας. Μέχρι να αποφοιτήσω διδάχθηκα ως «επίσημη», σχολική Γλώσσα την Αρχαΐζουσα, την Καθαρεύουσα, την Απλή Καθαρεύουσα, τη Μεικτή, την Καθομιλουμένη, τη Δημοτική, τη Μαλλιαρή και όλα αυτά όχι σε ακολουθία, αλλά ανάκατα, μια το ένα και μια το άλλο, άλλοτε ως πρόοδο, άλλοτε ως παλιννωδία, άλλοτε ως παλινδρόμηση, άλλοτε ως εθνική υστερία, άλλοτε ως πολιτική αντίδραση, άλλοτε ως πολιτικό παιγνίδι, και σταθερά ως προσωπική πολιτική επίδειξη ανευθυνοϋπεύθυνων, τελικώς δε, επιτρέψτε μου, ως ανοησία.

Απολογισμός; Το αλλοπρόσαλλο προσωπικό βίωμα ενός γαριασμένου μωσαϊκού με μια πικρή γεύση απ’ όλα, όπως στα δείπνα γαμήλιας δεξίωσης, με ένα μπουφέ σαν τη Δρέσδη μετά από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα πιάτα βουνό να μεταφέρονται επιδέξια από ευτραφείς προσκεκλημένες ημιτελειωμένες παραπροξενήτρες με την κουπ ως συντομογραφία της λέξης κουνουπίδι, σύζυγο που λες ότι έχει καταπιεί μπάλλα του μπάσκετ, καθώς αυτή διαγράφεται μεταξύ στέρνου και μαλακού υπογάστριου και όλα, μα όλα τα εδέσματα της… γαστριμαργικής πανδαισίας πάντοτε ίδια, απαράλλακτα, κυρίως δε ετοιματζήδικα, κατεψυγμένα και, φυσικά, τελείως άνοστα. Από τους διπλανούς μου, οκτώ ασφυκτικά στριμωγμένους σε ένα ρυπαρό, αλλά αντισηπτικά στρωμένο άθλιο τραπέζι, όπου τις καθημερινές παίζουν χαρτιά, τουλάχιστον οκτώ τελείως άγνωστους μεταξύ τους, ενίοτε με ένα ηλίθιο σποραδικό χαμόγελο αβρότητας, μικροαστικών αποστάσεων και ψευδοκοινωνικής καλοπροαίρεσης, ακούω, καθώς οι υπόλοιποι συγκατανεύουν, τον ευυπόληπτο συνδαιτημόνα τους, που μου θυμίζει συνταξιούχο μάλλον φρενοβλαβή, σε προϊούσα άνοια, εμβριθή γνώστη επί ανυπάρκτων θεμάτων, μολαταύτα επηρμένο και όψιμο δοκιμιογράφο σε ακατάληπτη στήλη τοπικής εφημερίδας, φιλόλογο με επιπρόσθετο δίπλωμα κοινωνιολόγου ή θεολόγου και πιθανώς ερασιτέχνη, τρομάρα του,  ψάλτη κάποια κυριακάτικα πρωινά στην Εκκλησία της ενορίας, ως μνημειώδες Κονδυλάκιο τεκμήριο ανειλικρινούς ενδιαφέροντος και αγάπης για τη Βυζαντινή παράδοση, τον ακούω να λέει: «Τουλάχιστον εμείς μάθαμε Ελληνικά!». Σκέτη μούχλα. Ο στόμφος του τα λέει όλα.

Τα Ελληνικά είναι μια απέραντη γλώσσα. Κάνω εκ βάθους καρδίας την αγωνιώδη εξομολόγηση ότι η άγνοιά μου γι αυτά ώρες-ώρες με τρομάζει. Αυτό, όμως, δεν έχει καμμία σημασία. Μετράει ότι συνεννοούμαι θαυμάσια και καταβάλλω έντιμη προσπάθεια να τα βελτιώνω. Είμαι ανοικτός στις υποδείξεις και στις διορθώσεις. Αρκεί να μην γίνονται στο όνομα της αυθεντίας. Εκείνου που διορθώνει ή εκείνου που την επικαλείται.

Δώστε βάση στη στιχομυθία που ακολουθεί. Διημείφθη, αφορμής δοθείσης, πριν από κάποιο καιρό ανάμεσα στο φίλο μου το Δημήτρη το Φιλόσοφο –τον έχω αναφέρει και σε προηγούμενη ανάρτηση– κι εμένα: –Ο «όφις» ξέρεις είναι Φοινικική λέξη. –Και που το ξέρεις εσύ; –Το λέει ο Μπαμπινιώτης. –Και που το ξέρει ο Μπαμπινιώτης; –Αν θες να μάθεις, το λέει και ο Κοραής! –Και που το ξέρει ο Κοραής; Σε αυτό το σημείο, ο φίλος μου ο Δημήτρης ο Φιλόσοφος απεχώρησε προσβλημένος, εεε…, προσβεβλημένος, διότι ο φίλος μου ο Δημήτρης ο Φιλόσοφος κυκλοφορεί και αυτός και συσχετίζεται με τους άλλους ως αυθεντία ο ίδιος. Η αυθεντία υπερασπίζεται την αυθεντία όπως τα αδέσποτα την αγέλη τους.

Με αφήνει κυνικά αδιάφορο η πατρότητα της λέξης «όφις». Ακούω ελληνόληπτους αρχαιολάγνους να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους με το διονυσιακό «ευοί ευάν» και παθαίνω. Στο διπλανό δωμάτιο, ακούω περισπούδαστους ετυμολόγους να ανιχνεύουν την προέλευση του «εβίβα» και παθαίνω. Τα δύο δωμάτια της μεσοτοιχίας μου θυμίζουν οκτάστηλες μεταπολεμικές σελίδες Μικρών Αγγελιών όπου η πάνω έλεγε «Πωλείται Πιάνο» και η από κάτω έλεγε «Ζητείται Πιάνο». Βγάζω το νι από το φαρμακείον, βγάζω και το τελικό σίγμα από το αιδώς και γίνομαι προοδευτικός. Και μετά τα λέω με το νι και με το σίγμα, όταν είναι σοβαρά τα πράγματα. Γελοιότητες.

Ποιος είναι αυτός που με διορθώνει; Η φιλολογική αστυνομία;; Είναι λέει νόμος του κράτους η Δημοτική. Λάθος! Είναι νόμος του κράτους η υποχρέωση των δημόσιων λειτουργών να κάνουν δεκτό το έγγραφο του πολίτη προς την υπηρεσία, όταν αυτό είναι γραμμένο στη Δημοτική και υποχρέωση τους να απαντούν στον πολίτη στη Δημοτική, δηλαδή με τροπο κατανοητό. Αυτά όλα σε ένα κράτος όπου μετά και παρά όλα αυτά χρειάσθηκε να συσταθεί ολόκληρη ειδική Ανεξάρτητη Αρχή και να συνταχθούν και νέοι αναγκαστικοί νόμοι, μια και κανείς τους δεν απαντούσε και δεν απαντάει σε κανέναν έτσι κι αλλιώς. Και τίποτε από αυτά δεν τηρείται. Έχετε διαβάσει δικόγραφο; Έχετε διαβάσει απόφαση Δικαστηρίου; Έχετε διαβάσει γνωμοδότηση του Γενικού Χημείου του Κράτους;

Και μεταφράζουν τον Παπαδιαμάντη και το Ευαγγέλιο!!! Για να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο. Ναι… εκεί κουτσαίνουμε!..

Είχα πάντοτε πρόβλημα με όποιον έχει στόχο να καταλύσει αυτό που ισχύει για να επιβάλλει το δικό του «ισχύει». Κι αν κάπου δεν το αντέχω είναι στη γλώσσα. Της Ελληνικής της έχουν βγάλει τα μάτια. Με παραπέμπει σε κάτι ξεμασκλισμένες κούκλες πεταμένες στο πάτωμα από κάτι κακιασμένα κοριτσάκια: βγαλμένα μάτια, χέρια, πόδια και μαλλιά. Τι κουβαλάνε μέσα τους και ξεσπάνε πάνω της δεν το χωράει ο νους μου. Το ίδιο και για την Ελλάδα…

Αν κάτι όμως με πονάει πιο πολύ από όλα, είναι που επιπλέον την τεμαχίζουν, αυτή τη ξεμασκλισμένη κούκλα. Νεοελληνική, Αρχαιοελληνική, Βυζαντινή, Πατριαρχική κ.ο.κ. Με πονάει, επειδή αυτός ο τεμαχισμός έχει μόνο ένα αποτέλεσμα. Διαλύει τον πλούτο της και τεμαχίζοντας, διαρρηγνύει την ιστορική συνέχεια, φαΐ στο πιάτο κάθε περίεργου και κάθε επιβουλέα.

Συνέχεια; Ποια συνέχεια; Το αρχαίο τε καταργήθηκε. Αφού, λοιπόν, καταργήθηκε το αρχαίο τε, τότε γιατί ο θείος μου ο Γιάννης από τον Πύργο της Ηλείας λέει «ουλούθετε»; Το Βοριάς πως γράφεται; Έχω δει με τα μάτια μου σε αρχαία αγγεία κι επιγραφές ΒΟΡΙΑΣ, ΒΟΡΡΙΑΣ, ΒΟΡΕΑΣ, ΒΟΡΡΕΑΣ. Πώς το προέφεραν οι Αρχαίοι; Ξέρετε; Όλοι το προέφεραν το ίδιο; Ξερετε; Πώς το προέφεραν οι Αθηναίοι; Ξέρετε; Πώς το προέφεραν οι Σπαρτιάτες, οι Θηβαίοι, οι Μυτιληνιοί, οι Μακεδόνες; Ξέρετε; Όχι. Δεν ξέρετε. Διότι δεν είχε εφευρεθεί το κασετόφωνο. Αφού δεν ξέρεις πώς προφέρεται, πώς ξέρεις πώς γράφεται; Αυτοί που γράφανε ό,τι ακούγανε ήταν όλοι γνωστοί μεταξύ τους και συνεννοημένοι;

Ποιος αποφασίζει ποιο είναι το σωστό, το ήσαν, το ήταν, το ήτανε, το ήντουσαν, το ήντουσταν, το ήσαντε; Ποιος;

Αμ οι τόνοι; Άλλο μεγάλο δράμα…

Προς Θεού! Τίποτε από όλα αυτά μην πείτε στα παιδιά σας που δίνουν αύριο εξετάσεις. Θα τα μπερδέψετε και θα πατώσουν. Μην κάνετε καμμιά τρέλλα. Τίποτε! Άλλωστε, αν τα αγαπάτε και τα προσέχατε όλο αυτό τον καιρό, θα το έχετε ήδη διαπιστώσει για τα καλά ότι δεν πρέπει να τους λέτε στο σπίτι άλλα από αυτά που τους λέει το σχολείο. Το’πε, το’πε ο παπαγάλος, και μόνο… Μόνο να τα ταΐζετε, κατά προτίμηση πριν από τον παπαγάλο.

Όταν, πρώτα ο Μεγαλοδύναμος, πάρει το αυτί σας, συγγνώμη το αφτί σας, ότι το υπουργείο Παιδείας μετονομάζεται σε υπουργείο Εκπαίδευσης, ξαναμιλάμε. Μέχρι τότε στην Κύπρο θα λένε Τάσσσος και θα γράφουν Τάσσος, θα λένε όλλλο και θα γράφουν όλο, θα λένε πκοιός και θα γράφουν ποιος, θα λένε επήρασιν και θα γράφουν πήραν, θα λένε ζαμπό και θα εννούν ζαμπόν, εγώ στο μεταξύ θα διασκεδαζω που κάποιοι σπουδαιοφανείς Ελλαδίτες θα λένε πιότητα και θα εννοούν ποιότητα, καθως από το κείμενο καταλαβαίνω ότι δεν εννοούν τα μαλλάκια του παιδιού, αλλά τα μαλάκια της θάλασσας και θα παριστάνω ότι τάχα δεν πειράζει που είναι άλλο τα φυλάκια του στρατού και άλλο τα φιλάκια του παιδιού. Καλή του επιτυχία.

Υ.Γ. Αυτός ο παραληρηματικός υφυπουργίσκος με τα καμώματα του οποίου συχνά-πυκνά μας απασχολούν από μικρής οθόνης, είχε κάψα να προσθέσει τόνους (!..) στην πινακίδα του, αν θυμάστε, αντί να φροντίσει να τους προσθέσει στην ύλη του υπουργείου του. Κλαυσίγελως και ιλαροτραγωδία.

Υ.Υ.Γ. Μην ξεχάσω να σας θυμίσω ότι είχα υποσχεθεί πριν από λίγες ημέρες να σας πω για την Τσέλσι.