Οικολογικές ιστορίες (2)

Πήγα στο Βοτανικό Κήπο, όπου συμπέρανα ότι η Αθήνα είναι μια πάρα πολύ όμορφη πόλη. Της οφείλω αυτό το χαρακτηρισμό, διότι την έχω επανειλημμένως αδικήσει, επισκεπτόμενος ξένες πρωτεύουσες, όπου φροντίζω πάντοτε να μην χάνω τα πάρκα τους. Νομίζετε ότι ειρωνεύομαι, μάλλον διότι δεν έχετε πάει. Πηγαίνετε και θα με θυμηθείτε. Δεν θα με θυμηθείτε απλώς, θα τα χάσετε. Πρόκειται περί αριστουργήματος.

Γενικά μιλώντας η Αθήνα βελτιώνεται. Εδώ κι εκεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ειδικά μετά από τον Παπανδρέου, ο οποίος έκανε το πρώτο, αποφασιστικό βήμα για τη λύση του κυκλοφοριακού προβλήματος -κακά τα ψέμματα- ενώ προοιωνίζεται και η οριστική λύση του, μπορούμε να οραματιζόμαστε μια καλύτερη πρωτεύουσα, πολύ πιο φιλική, σχεδόν τελείως άδεια. Όαση για τον κατεψυγμένο τουρίστα, για τον οποίο ο άνθρωπος δεν έχει καμιά απολύτως σημασία, κανένα απολύτως ενδιαφέρον. (Απ’ όλους τους ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου έχουν εκείνοι, που περιηγούνται τα αξιοθέατα πάνω σ’ ένα κόκκινο, διόρωφο λεωφορείο -λονδρέζικο καμπριολέ, ντάλα μεσημέρι, κάθιδροι, φρικ άουτ μιλάμε.)

Στο Βοτανικό κήπο είδα πλήθος νούφαρα, ντάλιες, ίριδες, τραντάφυλλα -απίθανα τριαντάφυλλα. Καταπληκτικά ολόκληρα χαλιά από λουλούδια -τουλάχιστον εκατό φορές πιο μεγάλα από της κυρίας Δέσποινας -είμαι φανατικός τηλεθεατής της και το σημειώνω για να σας δώσω τάξη μεγέθους. Είδα κι εκπληκτικές περικοκλάδες. Λυπούμαι που δεν γνωρίζω περισσότερες πληροφορίες για τα ονόματα των φυτών, ώστε να σας διαφωτίσω, εκεί θα τα μάθετε όλα, αν θέλετε -και στα λατινικά, αχρείαστα νάναι… Στο Δημοτικό μας είχαν μάθει κάτι σχετικά… καταβολάδες, παραφυάδες… αλλά τα έχω πια ξεχάσει. Περιπλανιόμουνα ανάμεσα στη χρωματική πανδαισία και την ατέλειωτη πρασινάδα -ένα τεράστιο πάρκο- και σκεφτόμουν τι ωραία που θα ήταν να πάρουν τις τύχες τις χώρας στα χέρια τους οι Οικολόγοι, τώρα, τώρα στη βράση που κολλάει το σίδερο, με την ευκαιρία των τόσων και τόσων ψηφοφόρων που αποστρέφονται τους δοκιμασμένους σωτήρες.

Μετά δεν άντεξα άλλο τον καθαρό αέρα και άναψα τσιγάρο. Άρχισα σιγα-σιγά να έρχομαι στα συγκαλά μου. Στην έξοδο με περίμενε μια υπέροχη καντίνα με πλαστικές καρέκλες, γαλβανιζέ ψησταριά, όπου έψηναν σουβλάκια, ηλεκτρικό ψυγείο με παγωμένες μπύρες και τέντα. Την έκανα ταράτσα, μπήκα στο αυτοκίνητο κι έφυγα. Είχα πια συνέλθει εντελώς.

Έκανα, πάντως, το μισό καθήκον μου για την Πρωτομαγιά -των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν…